Η δίκη εξελισσόταν μέσα, μα η δικαιοσύνη ήταν απ’ έξω

Justice-2Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις εξεταστικές επιτροπές δεν είναι ούτε η εντυπωσιοθηρία, ούτε  η έλλειψη αποτελεσμάτων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις εξεταστικές είναι ότι εξ ορισμού κοιτάνε προς το παρελθόν.

 

Είχα καιρό να δω τον πρωθυπουργό να κυριαρχεί μέσα στο Κοινοβούλιο, όπως παλιότερα, να υπερέχει εντελώς του αντιπάλου του και να τον βάζει στη θέση του. Δεν ξέρω αν αυτό αποτελεί μεγάλο επίτευγμα με αντίπαλο τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αυτό θα το δούμε στο μέλλον.

Σίγουρα βέβαια μπορεί να πει κανείς ότι το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός προκάλεσε αυτή τη συζήτηση ήταν μια επιτυχία στον τομέα της τακτικής. Και είναι αλήθεια ότι τέτοιες ευκαιρίες, και τέτοιες επιτυχίες, δεν είναι ούτε συχνές ούτε εύκολες με την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα, με τρίτο μνημόνιο και με τις εξελίξεις στο προσφυγικό που κουβαλάει η κυβέρνηση στις πλάτες της.

Από, την άλλη, μέσα στο ζοφερό τοπίο όπου ζει η χώρα, πόση σημασία μπορεί να έχει μια τακτική νίκη; Δηλαδή ο άλλος δεν έχει δουλειά και θα τον νοιάξει αν ο Τσίπρας κατατρόπωσε τον Κυριάκο; Δηλαδή το ισοζύγιο εσόδων και φόρων/κρατήσεων δεν βγαίνει, κι ο άλλος θα πάρει ανάσα επειδή οι παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη αποδεικνύονται φούσκα που έσπασε; Πόσο μπορεί πλέον το όποιο κοινοβουλευτικό «υπερθέαμα», με τα μνημόνια εμπεδωμένα και με το πρωτογενές πλεόνασμα να απομυζά την τελευταία ικμάδα ρευστότητας, να ισοσταθμίζει το έλλειμμα προοπτικής του τόπου;

Πολύ περισσότερο που η μόνη είδηση που βγήκε από τη συζήτηση ήταν (άλλη) μια εξεταστική επιτροπή – αυτή τη φορά για τα θαλασσοδάνεια προς τα κόμματα και τα ΜΜΕ. Άλλη μια απόπειρα, δηλαδή, παροχής θεάματος -και μόνο θεάματος- προς το λαό, αφού ο άρτος σπανίζει για πολλούς από μας.

Η εξεταστική δεν πρόκειται να δώσει λύση στο πρόβλημα, όπως ποτέ καμία εξεταστική -τουλάχιστον όπως τις εννοούμε στα καθ’ ημάς- δεν έλυσε κανένα πρόβλημα.  Κι ούτε περιμένουμε να μάθουμε πολλά πράγματα από τη συγκεκριμένη εξεταστική, τα θέματα που τίθενται είναι γνωστά, τα νούμερα επίσης, το ίδιο και ο μηχανισμός μέσω του οποίου συγκροτήθηκε το τρίγωνο της διαπλοκής.

Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις εξεταστικές επιτροπές δεν είναι ούτε η εντυπωσιοθυρία, ούτε  η έλλειψη αποτελεσμάτων. Ούτε καν η κενότητα σκοπού, αφού μια συγκροτημένη κυβερνητική έρευνα σίγουρα θα απέδιδε πιο γρήγορα πολύ πιο μεστούς καρπούς. Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις εξεταστικές επιτροπές είναι ότι εξ ορισμού κοιτάνε προς το παρελθόν.

Φυσικά το ολίσθημα αυτό δεν είναι καινούριο. Ας θυμηθούμε την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Τρεις εξεταστικές επιτροπές ήταν ο βασικός πυλώνας των κοινοβουλευτικών  της δραστηριοτήτων. Θυμίζω: α. Εξεταστική για το χρέος, που αν είμαστε σοβαροί, η απαρχή του ανάγεται στο μακρινό 1821. β. Εξεταστική για τις πολεμικές επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο, που εξ ορισμού ανάγεται στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1940. Γ. Εξεταστική για τα μνημόνια που, στην καλύτερη περίπτωση ανάγεται στο 2009, αλλά αν είμαστε σοβαροί πηγαίνει πίσω στο 1997.

Καμία επιτροπή, πρωτοβουλία ή συζήτηση για το παραγωγικό και για το καταναλωτικό μοντέλο της χώρας, για την ανάπτυξη και την εξωστρέφεια, για τον έλεγχο των τιμών, για την αναδιοργάνωση του δημόσιου τομέα, για την ανάπτυξη νέων δημοκρατικών θεσμών και διαφάνειας.

Βέβαια, όλα εκείνα τα είχε σφραγίσει με την προσωπικότητά της η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Αλλά η λογική και η ουσία δεν διαφέρουν.

Αν τώρα έχει νόημα να μπει κανείς στην ουσία της συζήτησης, θα έλεγα ότι κι εκεί δεν φωτιστήκαμε και πολύ. Εντάξει, σίγουρα έχουμε μια αποσυμφόρηση των φυλακών, παρά τις υστερικές κραυγές της αντιπολίτευσης. Ίσως να υπάρχει και μια διαδικασία επιτάχυνσης της απονομής δικαιοσύνης, αν και προσωπικά, με την αποχή των δικηγόρων εν εξελίξει, δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι ισχύει. Και ναι, ενδεχομένως υπάρχει κάποια πολιτική βούληση για την εξέλιξη της δικαστικής διερεύνησης για τα μεγάλα σκάνδαλα, αλλά αυτό μένει να αποδειχτεί και, πολύ περισσότερο, να ξεπεράσει το όριο της εντυπωσιοθηρίας και να οδηγήσει σε βαθύτερες ανακατατάξεις.

Όσον αφορά την υπόθεση Παπαγγελόπουλου, προσωπικά δεν μου φάνηκε ότι οι σχετικές κατηγορίες στηρίχτηκαν επαρκώς. Σιγά άλλωστε μη γίνονται έτσι οι παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη! Από την άλλη, δεν δόθηκε καμία απάντηση από τον πρωθυπουργό στο εύλογο ερώτημα για την αποπομπή Νικολούδη από το κυβερνητικό σχήμα.

Εμένα ωστόσο ένα άλλο ερώτημα εξακολουθεί να μου τριβελίζει το μυαλό: Γιατί να χρειάζονται δύο υπουργοί στο χώρο τα δικαιοσύνης. Ερώτημα που αφορά το σύνολο σχεδόν των πεδίων διακυβέρνησης. Αν έχουμε πολυνομία, γραφειοκρατία, σύγκρουση αρμοδιοτήτων, αυτό οφείλεται εν πολλοίς και στα τερατώδη και πολυδαίδαλα κυβερνητικά σχήματα στα οποία και η Αριστερά -παρά τις εξαγγελίες περί ευέλικτων σχημάτων- επιδόθηκε. Ο Αλέξης Τσίπρας το ονόμασε χθες αυτό «τεχνολογία εξουσίας». Κι εγώ περιμένω ακόμα το ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα που είχα φανταστεί – πες το δεκαπενταμελές, αν θέλεις.

Υπάρχουν πάντως και μερικά γενικότερα πολιτικά συμπεράσματα:

-Το αίτημα για εκλογές, που επανήλθε αίφνης στο προσκήνιο, με παραπέμπει σε μια ιστορική αναλογία. Κάποτε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επελέγη από τη Νέα Δημοκρατία, παρά τις όποιες άλλες αντενδείξεις, για την αρχηγία του κόμματος ως ο καταλληλότερος αντι-Ανδρέας. Υποπτεύομαι ότι το ίδιο συμβαίνει και τώρα με τον γιο του, που επελέγη ως ο καταλληλότερος αντι-Τσίπρας.  Όπου το «αντί» περιλαμβάνει κα την οικειοποίηση τεχνικών του αντιπάλου – ενδεχομένως εν είδει κακέκτυπου.

-Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε χθες δύο γκάφες μέσα σε ένα βράδυ. Η μία, αβίαστη, αφορούσε την ανανέωση της σύμβασης της ΝΕΡΙΤ με την εφημερίδα Ακρόπολη. Τόσο η αρχική σύμβαση όσο και η ανανέωσή της, ωστόσο, είχαν γίνει από τους ανθρώπους που τοποθέτησε στη ΝΕΡΙΤ η κυβέρνηση Σαμαρά.

-Η δεύτερη γκάφα έγινε κάτω από την πίεση που του άσκησε ο Αλέξης Τσίπρας, και αφορούσε τον τρίτο της ομάδας των εκβιαστών, τον οποίο -χωρίς το παραμικρό στοιχείο- κατέταξε στους συνεργάτες του πρωθυπουργού. Η επίκλησή του ήταν πρόχειρη. Ο κ. Μητσοτάκης δεν θυμόταν καν το όνομα του δημοσιογράφου. Η περίπτωση αφήνει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ικανότητα του νέου αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας να λειτουργήσει με ψυχραιμία σε συνθήκες πίεσης.

-Τη λογική των παρεμβάσεων του Πάνου Καμμένου προσωπικά δεν μπορώ να την παρακολουθήσω. Όπως εξάλλου και του κ. Λεβέντη, για να μην παραλείπουμε τα αυτονόητα.

-Και ένα τελευταίο. Δεν ξέρω πού πρέπει να αποδοθεί η στάση της Χρυσής Αυγής, η οποία χθες είχε ανοιχτό μέτωπο μονάχα προς τη Νέα Δημοκρατία. Μερικοί έσπευσαν να την αποδώσουν σε κάποια στρατηγική συνεννόηση με την κυβέρνηση. Άλλοι, πάλι, στην αγωνία της ηγεσίας της για την έκβαση της δικαστικής περιπέτειάς της. Δεν είναι καθησυχαστικό πάντως το γεγονός ότι σε μια συζήτηση για την κατάσταση της δικαιοσύνης, μονάχα ένας πολιτικός αρχηγός -ο Σταύρος Θεοδωράκης- θυμήθηκε να επικαλεστεί την αποφυλάκιση του Ρουπακιά, κορυφαία έκφραση του αδιεξόδου που, παρά τους διαξιφισμού, εξακολουθεί να κατατρύχει την ελληνική δικαιοσύνη.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s