«Η Αθήνα από κάτω»

 

thumbnailΠήγαμε χθες στην Αλκυονίδα και παρακολουθήσαμε το ντοκιμαντέρ του Τάκη Μπαρδάκου «Η Αθήνα από κάτω», που θα συνεχίσει να παίζεται μέχρι τη ΜεγάληΤετάρτη, κάθε βράδυ στις 21.15. Καλή ταινία, καλό σινεμά δρόμου.

 

 

Θα έλεγα πως η ταινία ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, αλλά για μένα δεν επρόκειτο καθόλου για έκπληξη, είχα αντιληφθεί από πολύ νωρίς ότι η συλλογική αυτή δουλειά με τα ταπεινά μέσα και το μεγάλο όραμα είχε κάτι να πει. Και το είπε με τον καλύτερο τρόπο.

 

Τα δύο άκρα, στο Νέο Ψυχικό

Η κεντρική ιδέα του ντοκιμαντέρ είναι πως σε μια περιοχή σαν το Νέο Ψυχικό συνυπάρχουν η ακραία φτωχοποίηση με τον πλούτο. Ότι άνθρωποι που κατοικούν εκεί ή παρεπιδημούν στα μπαρ και στα καφέ της περιοχής συνεχίζουν την εύκολη ζωή τους, ενώ δίπλα τους, άλλοι άνθρωποι που βρίσκονταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια σε ίδια ή παραπλήσια κατάσταση έχουν εκπέσει από τον παράδεισο και συνεχίζουν αγκομαχώντας. Άλλοι άστεγοι, άλλοι έχοντας βρει καταφύγιο σε ερείπια της περιοχής, άλλοι στο αυτοκίνητό τους και άλλοι σε κάτι άθλια υπόγεια.

Ο Μπαρδάκος τους ξετρύπωσε έναν ένα χωρίς να κάνει διακρίσεις. Καλοβαλμένοι μεσαίοι που τα έχασαν όλα, δουλειές, αποταμιεύσεις, σπίτια, αυτοκίνητα. Φτωχοδιάβολους που έχασαν τις μικρές τους προσβάσεις στην εργασία και σε κοινωνικές παροχές. Ξένους που εγκλωβίστηκαν στην Ελλάδα. Άνθρωποι που σιτίζονται στα συσσίτια του Δήμου, σε εκκλησίες, σε κοινωνικά μαγειρεία, σε μια τοπική αυτοδιαχειριζόμενη ομάδα αλληλεγγύης όπου συμμετέχει κι ο ίδιος – ή μπορεί απλώς και να μη σιτίζονται τακτικά.

Τα έχασαν όλα μα όχι την αξιοπρέπειά τους, η αξιοπρέπεια είναι ο κοινός παρονομαστής των ανθρώπων που εμφανίζονται στην ταινία, αλλά είναι επίσης ο κοινός παρρονομαστής και της ίδιας της ταινίας. Αξιοπρέπεια, συλλογικότητα, αλληλεγγύη.

Μπορεί από το ντοκιμαντέρ να λείπει η ελπίδα, αλλά υπάρχουν άλλες ανάσες, άλλες ποιότητες θετικών συναισθημάτων, υπάρχουν στιγμές που ξεφεύγει από τα αναμενόμενα. Υπάρχει μια οικογένεια που ζει στριμωγμένη σ’ ένα υπόγειο, η οποία δεν είχε ζεστό νερό πριν από τη στιγμή που κάποιοι αλληλέγγυοι τους συνέδεσαν το ρεύμα. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ο πρωταγωνιστής μάς δείχνει το ρολόι της ΔΕΗ, σκάει ένα χαμόγελο που δεν ξέρεις ακριβώς από ποια βάθη προήλθε. Το ίδιο χαμόγελο που φωτίζει το πρόσωπό του όταν εξηγεί πώς η τοπική ομάδα αλληλεγγύης τον έκανε να ξαναβγεί έξω, να αισθανθεί καλύτερα. Αλλά υπάρχουν κι άλλες τέτοιες στιγμές, φαντάζομαι ότι ο κάθε θεατής θα ανακαλύψεις τις δικές του.

 

Παραλίγο στην ομάδα

Τον Τάκη Μπαρδάκο δεν τον γνώριζα. Τον καιρό που είχε τελειώσει με τα γυρίσματα κι έπρεπε να κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα, έψαξε και με βρήκε. Η συνάντησή μας έγινε στον απόηχο της έκδοσης του «Ημερολογίου ενός ανέργου». Προσωπικά θεωρώ την «Αθήνα από κάτω» και το «Ημερολόγιο» αν όχι δίδυμα, πάντως συγγενή πρότζεκτ.

Έτσι λοιπόν ο Τάκης είχε θεωρήσει τότε ότι μπορούσα να τον βοηθήσω και με πλησίασε. Μου πρότεινε να συμβάλω στο σενάριο και στα κείμενα. Δεν είχα αντίρρηση, όπως είπα διαισθανόμουν απ’ την αρχή ότι κάτι σημαντικό θα συνέβαινε μ’ αυτό το ντοκιμαντέρ. Ωστόσο απέφυγα τελικά  να εμπλακώ, και δεν έχω μετανιώσει γι’ αυτό. Από την επικοινωνία μας συνειδητοποίησα ότι ο Τάκης δεν χρειαζόταν στην πραγματικότητα τη βοήθειά μου. Πιθανόν να αισθανόταν μια ανασφάλεια μπροστά στο μέγεθος και στο καινούριο αυτού που επρόκειτο να πραγματοποιήσει. Ή ίσως να χρειαζόταν απλώς μια ενθάρρυνση, μια ώθηση και τίποτα παραπάνω.

Η καλύτερη ενθάρρυνση που μπορούσα να του δώσω ήταν να του πω ότι δεν χρειαζόταν τη βοήθειά μου, ούτε και κανενός άλλου. Ότι αυτό που είχε στο μυαλό του, όπως φάνηκε από το ενημερωτικό σημείωμα που μου έστειλε, ήταν ολοκληρωμένο και άρτιο. Η παρέμβαση κάποιου άλλου, και πάντως η παρέμβαση η δική μου, όχι μόνο δεν θα πρόσθετε σημαντικά πράγματα στο σχέδιο που είχε καταστρώσει, αλλά ίσως και να το υπονόμευε, να του έδινε άλλη τροχιά, υποδεέστερη αυτής που είχε ήδη δρομολογηθεί με βάση την αρχική ιδέα και τα γυρίσματα.

Νιώθω πολύ περήφανος γι’ αυτή την πολύ μικρή ώθηση, το δικό μου μερτικό στην όλη προσπάθεια, νιώθω πολύ χαρούμενος που γνώρισα τον Τάκη και που η προσπάθειά του, όπως και οι προσπάθειες πολλών άλλων ανθρώπων γύρω του, είχαν ένα τόσο σπουδαίο αποτέλεσμα.

 

Αυθεντικό σινεμά του δρόμου

Η ταινία διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης και έχει βάλει τώρα πλώρη και για άλλα, διεθνή, φεστιβάλ. Ο Τάκης Μπαρδάκος μοιάζει σαν να μην το πιστεύει, μοιάζει να μην πιστεύει ότι η ταινία που είχε στο μυαλό του έφτασε να ολοκληρωθεί, έφτασε να παίζεται μπροστά σε κοινό, έφτασε να πηγαίνει σε διεθνή φεστιβάλ. Κάτι που έγινε δυνατό με πολλή εθελοντική εργασία φίλων του, με τη βοήθεια καμιάς διακοσαριάς εθελοντών χρηματοδοτών που έσπευσαν να προσφέρουν μικροποσά κάνοντας δυνατή την αγορά αναγκαίων υλικών, και με την αρωγή ανθρώπων του σινεμά που τσόνταραν τεχνογνωσία αλλά και υλικά.  Την ίδια ώρα όμως ο Μπαρδάκος δείχνει ότι το πίστευε, ότι ήταν έτοιμος από καιρό γι’ αυτό το άλμα, ότι το σχέδιό του δεν ήταν μια ουτοπία, όπως μπορεί και να του πέρναγε πού και πού από το μυαλό, αλλά ένα στιβαρό σχέδιο που κατά βάθος ήξερε πολύ καλά πώς θα το φέρει σε πέρας.

Ένα σχέδιο που έφερε σε πέρας με τη βοήθεια της πρωτότυπης μουσικής που έγραψε ο Μάριος Στρόφαλης και του εξαιρετικού μοντάζ του Κώστα Ιορδανίδη, το οποίο βοηθάει την ταινία με ευρηματικό τρόπο  να υπερβεί τη συγκίνηση και τη φρίκη και να περάσει σε πιο σύνθετα και δημιουργικά συναισθήματα, παίζοντας με μικρά εφέ που της δίνουν μια επίπλαστη διάσταση προχειρότητας, συγκροτώντας ένα καλό σινεμά του δρόμου.

Και βέβαια με την εικονοποιία του ίδιου του Τάκη Μπαρδάκου που αξιοποίησε την παραμικρή σκιά και την ελάχιστη εστία φωτός μέσα σε ερείπια, σε γκρίζους δρόμους, σε δύσκολα σημεία της πόλης, της γειτονιάς και της κάθε τρύπας όπου μπορεί να βρουν καταφύγιο άνθρωποι και οικογένειες. Με αποκορύφωμα τη νέα ανάγνωση που μας προσφέρει στο έργο «Ουρά» του Νίκου Κεσσανλή, στο μετρό της Ομόνοιας, που μπορεί να το προσπερνάμε μέρα παρά μέρα, που μπορεί ίσως να το κοιτάμε αλλά να μην το βλέπουμε ή, τέλος πάντων, να μην το βλέπουμε με τη ματιά του Τάκη – που είναι ακριβώς η ματιά από τα κάτω.

 

Εισιτήριο σε αναμονή

Να πας να δεις την ταινία. Δε λέω ότι θα διασκεδάσεις, λέω ότι θα σκεφτείς πέντε πράγματα παραπάνω. Δεν λέω ότι θα νιώσεις την ελπίδα να θεριεύει μέσα σου γι’ αυτόν τον τόπο. Λέω όμως ότι θα νιώσεις κάποια μικρή ελπίδα να δυναμώνει σ’ ένα άλλο επίπεδο, γιατί ο Τάκης Μπαρδάκος θα σου υποδείξει μια διέξοδο σαν εκείνη που ο ίδιος βρήκε μέσα στις δυσκολίες για τον εαυτό του. Για τον εαυτό του αλλά όχι μόνος του, μαζί με άλλους, φίλους, γείτονες και αγνώστους, που τους συμπαρέσυρε με τη δημιουργική του πρόταση.

Να πας ακόμα κι αν δεν έχεις λεφτά για το εισιτήριο (3 ευρώ). Το σινέ Αλκυονίδα έχει φροντίσει να υπάρχουν μερικά «εισιτήρια σε αναμονή» για σένα.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s