Το ρεβέρ του πατέρα μου

το ρεβέρ 3Είχε ένα τεχνικό ρεβέρ που έστελνε το μπαλάκι μονίμως στο αδύνατό μου σημείο, στην αριστερή άκρη του τραπεζιού. Στην προσπάθειά μου να αποκρούσω, η μπάλα επέστρεφε μοιραία στ’ αριστερά του, οπότε το τίμημα ήταν άλλο ένα ρεβέρ,σε ακόμη πιο αμβλεία γωνία – ή στην άλλη άκρη, που ήταν και το χειρότερο.

Μόλις ένα μέτρο περίσσευε από τη μια κι από την άλλη πλευρά, οπότε κι εμείς ειδικευτήκαμε να αμυνόμαστε αποκρούοντας τα καρφιά καρφωμένοι κι εμείς πίσω, στον τοίχο.

Εκείνο το αυτοσχέδιο τραπέζι του πινγκ πονγκ, στη σκονισμένη αποθήκη στο υπόγειο, στάθηκε η αφορμή να κλείσει η ψαλίδα που έχασκε ανάμεσά μας. Μέχρι τότε ο μπαμπάς ήταν μια αγαπητή, επιβλητική, μα κάπως θολή φιγούρα. Γνώριζα περισσότερο την πλάτη του παρά την όψη του, έτσι που δούλευε σκυμμένος πάνω σε δοκίμια μέχρι τις δύο το πρωί, ακούγοντας με εκνευριστική συνέπεια τρίτο πρόγραμμα.

Αλλά αυτός ο τύπος που ερχόταν με τη γραβάτα από την τράπεζα και ξανάφευγε πάλι με τη γραβάτα για την άλλη του δουλειά ήταν ένας γνήσιος σπόρτσμαν, πράγμα που μου αποκαλύφθηκε ξαφνικά και τον έφερε πολύ κοντά μου. Είμαι σίγουρος ότι στις δυο αδελφές μου, που δεν είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν έναν ανάλογο κοινό κώδικα μαζί του, όλο και κάποιο τραύμα, κάποιο κουσούρι, θα τους έχει μείνει. Θα τις ρωτήσω μια μέρα…

Και δεν ήταν μόνο το πινγκ πονγκ. Είχε προηγηθεί το σκουός, στο μεγάλο χολ του παλιού μας σπιτιού, όταν τραπέζια και καρέκλες πήγαιναν στην άκρη για ν’ αφήσουν τον αγωνιστικό χώρο ελεύθερο. Οι πίνακες στους τοίχους κινδύνευαν συνεχώς να υποστούν το ανεπανόρθωτο κι η υπόλοιπη οικογένεια βρισκόταν σε πλήρη ομηρία, καθώς το σπίτι κοβόταν στα δύο και δεν επιτρεπόταν η διέλευση κανενός.

Δυο τρία χρόνια κράτησε η ευωχία της επιτραπέζιας αντισφαίρισης, με τα καρφιά να δυναμώνουν, με τις αμυντικές κινήσεις να γίνονται εντελώς αντανακλαστικές, με τον ιδρώτα να τρέχει, με τις πολεμικές ιαχές να κάνουν το αίμα να παγώνει, με τον χώρο να συστέλλεται διαρκώς.

Πάντως, δεν νομίζω να έφταιγε η προϊούσα στενότητα του χώρου που αραιώσαμε τις καθημερινές μας συναντήσεις. Σιγά σιγά σταματήσαμε εντελώς, εκεί γύρω στη μεταπολίτευση. Ίσως ήταν τα πολιτικά που συνεπήραν εμένα, ίσως η επανίδρυση του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας που απορρόφησε εκείνον, ίσως οι κοπέλες, δεν ξέρω. Βέβαια, ένας φίλος μού ομολόγησε προσφάτως ότι έπαψε να παλεύει με το γιο του όταν δεν είχε πλέον νόημα να τον αφήνει να τον νικάει – τα κατάφερνε μόνος του έτσι κι αλλιώς. Αρνούμαι να πιστέψω κάτι ανάλογο.

Όσες φορές δοκιμάσαμε αργότερα να ξαναπαίξουμε, με έκπληξη ανακάλυψα ότι για τον πατέρα μου το πινγκ πονγκ ήταν σαν το ποδήλατο: άπαξ και μάθεις δεν το ξεχνάς ποτέ. Για μένα, αντιθέτως, είναι σαν την πετονιά – άμα την αφήσεις σ’ αφήνει.

Έτσι άφησα κι εγώ να περάσουν τα χρόνια, μεταναστεύοντας από γειτονιά σε γειτονιά και από μονομανία σε μονομανία, νομίζοντας ότι το τραπέζι του πινγκ πονγκ θα ήταν πάντα εκεί και θα με περίμενε να ξαναπροπονηθώ, να βρεθώ στην παλιά μου φόρμα και να αντιμετωπίσω το τρομερό του ρεβέρ. Ο χρόνος συστελλόταν διαρκώς, κι έπειτα ξαφνικά ένιωσα ότι μια σκοτεινή παρτίδα είχε ξεκινήσει σ’ ένα άλλο -κλειστοφοβικό- τραπέζι, κι εκείνο το ρεβέρ του μπαμπά ήταν τόσο φαρμακερό που δεν μπορούσα να το καταλάβω, ή μάλλον το καταλάβαινα και δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Έτρεξα να του επιστρέψω όσες μπαλιές προλάβαινα, μόνο που οι γωνίες ήταν πια τόσο αμβλείες και δεν μπορούσα, δεν γινόταν να τις φτάσω. Κι αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να φτάσω την παρτίδα μέχρι την Πρωτοχρονιά. Ύστερα κατάλαβα πως ο μπαμπάς με άφηνε πού και πού να κερδίζω μερικούς πόντους, να παρατείνω την παρτίδα – ήθελε βλέπετε κι ο ίδιος να προλάβει το ’98. Μετά το κόψιμο της Βασιλόπιττας, μου χάρισε μια ρακέτα Buterfly με λάστιχα Stiga.

Έφυγε μ’ ένα άπιαστο ρεβέρ, στις 13 Μαρτίου 1998. Το μπαλάκι πέρασε ξυστά από τη δεξιά γωνιά του τραπεζιού κι εγώ βρισκόμουν καρφωμένος πάνω στον τοίχο, στην άλλη άκρη.

Χριστόφορος Ε. Κάσδαγλης

Νοέμβριος 1999

«Σχετικά με τον πατέρα» ήταν το θέμα του τεύχους Νο 109 του περιοδικού «ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ», στο οποίο κλήθηκα να συμμετάσχω. Κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2000, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό πείραμα, μια ευκαιρία για μένα να αναμετρηθώ με τις αναμνήσεις.

Advertisements

4 responses to “Το ρεβέρ του πατέρα μου

  1. ΗΣΟΥΝ ΚΑΛΟΣ ΠΑΙΧΤΗΣ ΑΣΕ ΤΑ ΜΟΥΣΙΑ ΚΑΡΦΩΝΕΣ ΜΕ ΑΛΜΑΤΑΚΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΟΠΩΣ Ο ΜΙΝΤΛΕΤΟΝ ΤΙΣ ΒΟΛΕΣ ΕΙΧΑΝ ΓΙΝΕΙ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΜΑΤΣ ΕΚΕΙ ΜΕΣΑ ΑΛΛΑ ΧΑΡΗΚΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ ΣΟΥ ΕΤΣΙ ΓΙΑ ΝΑ ΛΥΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ ΥΓ ΟΦΕΙΛΕΙΣ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗ ΘΑΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΣ Ο ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s