Δεν είχα δει ποτέ κοκκινολαίμη να θρηνεί, αλλά μπορούσα να τον φανταστώ…

bdΤώρα που -επιτέλους- ο Ντίλαν πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ξαναθυμήθηκα ένα κείμενο που είχαμε γράψει μαζί με τον Αλέξη Καλοφωλιά το 2005, με αφορμή το βιβλίο του “Chronicles” («Η ζωή μου»), που είχε κυκλοφορήσει τότε στην Ελλάδα. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Νο 1 του εμβληματικού περιοδικού ΓΑΛΕΡΑ.

 Υποτίθεται ότι ο μεγάλος τροβαδούρος έγραψε το βιβλίο του θέλοντας να μιλήσει για την καριέρα του. Λάθος! Το έγραψε για να τιμήσει τους δασκάλους του, για να αποκωδικοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο εκείνοι επηρέασαν την καλλιτεχνική τροχιά του.

«Ήμουν εκεί για να βρω τραγουδιστές, αυτούς που άκουγα στους δίσκους: τον Dave Van Ronk, την Peggy Seeger, τον Ed McCurdy, τον Brownie McGhee με τον Sonny Terry, τον Josh White, τους New Lost City Ramblers, τον Αιδεσιμότατο Gary Davis – και κυρίως για να βρω τον Woodie Guthrie» (σελ. 18).

O Μπομπ Ντίλαν δεν διστάζει να καταγράψει τους ανθρώπους που τον επηρέασαν στη μακριά, και όχι πάντα ευθύγραμμη, καλλιτεχνική διαδρομή του. Στα 64 του, με το βιβλίο του «Η ζωή μου» (“Cronichles”) που κυκλοφόρησε φέτος (δηλαδή το 2005) από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» σε μετάφραση Χίλντας Παπαδημητρίου και Νίκης Προδρομίδου, γυρίζει προς τα πίσω και εξηγεί πώς από τη μεσοδυτική Μινεσότα βρέθηκε στο Βίλατζ.

Στον αστερισμό του Woody Guthrie

Η ειλικρίνειά του είναι συχνά ωμή: Πήγε στη Νέα Υόρκη για να βρει τους αγαπημένους του τραγουδιστές – να τους γνωρίσει, να κοιμηθεί σε καναπέδες στα σπίτια τους, να διαβάσει τα βιβλία στη βιβλιοθήκη τους, να μιμηθεί το παίξιμό τους, τη στιχουργία, το τραγούδι τους. Ο κατάλογος είναι μακρύς. Δεν προέκυψε από την υποκειμενική δημοσιογραφική έρευνα. Έχει καταγραφεί όνομα προς όνομα, δίσκο προς δίσκο, τραγούδι προς τραγούδι από το ίδιο το κείμενο του Ντίλαν. Πάνω απ’ όλους, ο Woody Guthrιe. «Η ζωή μου άλλαξε ολοκληρωτικά την πρώτη φορά που άκουσα τον Woody σε ένα γραμμόφωνο στη Μινεάπολις. Ένιωσα σαν να έπεσε δίπλα μου μια βόμβα χιλιάδων μεγατόνων» (σελ. 288).

H Μινεάπολη ήταν ο πρώτος σταθμός του Ντίλαν από την πατρίδα του, το Χίμπινγκ της Βόρειας Μινεσότα, στη Νέα Υόρκη, τη μητρόπολη του κόσμου. Μια κοπέλα τον κάλεσε κάποτε στο σπίτι του αδελφού της, όχι για να του δείξει τη συλλογή των γραμματοσήμων της αλλά για να τον μυήσει στα τραγούδια του Woody Guthrie. «Ήταν σαν να ΄χασα τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου… Ο Guthrie ήταν ποιητικός, σκληρός και ρυθμικός… Είχε απίστευτο πάθος και η φωνή του ήταν σαν στιλέτο. Δεν είχε καμία σχέση με τους άλλους τραγουδιστές που είχα ακούσει. Ήταν σαν να είχε απλώσει το βραχίονα του  πικάπ, να με είχε αρπάξει και να με είχε πετάξει στην άλλη άκρη του δωματίου… Για μένα ήταν μια επιφοίτηση, σαν να είχα βρει το λιμάνι που έψαχνα…» (σελ. 307-308).

Ο Ντίλαν δηλώνει ρητά ότι θεωρεί τον εαυτό του συνεχιστή της παράδοσης του Woody Guthrie. Αυτή η ταύτιση, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα ριζοσπάστη σαν τον Guthrie, ισοδυναμεί με πολιτική δήλωση! Με έναν τρόπο που θα ξανασυναντήσουμε αρκετές φορές στο βιβλίο, ο Ντίλαν έβαλε κάτω τα τραγούδια και τα αποκωδικοποίησε μέχρι τα ελάχιστα συστατικά τους. «Ο Woody έκανε την κάθε λέξη να μετράει. Ζωγράφιζε με λέξεις. Όλ’ αυτά μου τριβέλιζαν συνεχώς το μυαλό και προσπαθούσα να τα μιμηθώ όπως και όσο μπορούσα…» (σελ. 311).

 

Π.G. / Προ Guthry

Ιδού πώς ο ίδιος ο Ντίλαν ιεραρχεί τις επιρροές του: «Πριν από τον Woody, ο αγαπημένος μου τραγουδοποιός ήταν ο Hank Williams. Ο Hank Snow ερχόταν δεύτερος με ελάχιστη διαφορά. Ωστόσο, ποτέ δεν μπόρεσα να ξεφύγω από τον γλυκόπικρο, μοναχικό και παθιασμένο κόσμο του Harold Arlen…» (σελ. 69-70). Ο Harold Allen ήταν συνθέτης του ραγκτάιμ. Ο Hank Snow ήταν ο πιο γνωστός καναδός τροβαδούρος της κάντρι, μια συνεπής παρουσία στο χώρο της λαϊκής αμερικάνικης μουσικής.

Η φωνή του Hank Williams θα στοιχειώνει πάντα τους δρόμους του αμερικανικού Νότου. Με τη βίβλο στο ένα χέρι και το μπουκάλι στο άλλο, σκαπανέας και ταυτοχρόνως τραγική μορφή της κάντρι (σουπερστάρ στα 25 του – νεκρός στα 29 του), κατέχει ξεχωριστή θέση στις αναφορές του Ντίλαν. «…Από πολύ μικρός ένιωθα να ταυτίζομαι εντελώς μαζί του. Δεν χρειαζόταν να έχω ζήσει τις εμπειρίες του για να καταλάβω για τι μιλούσε στα τραγούδια του. Δεν είχα δει ποτέ κοκκινολαίμη να θρηνεί, αλλά μπορούσα να τον φανταστώ και μου προκαλούσε θλίψη…» (σελ. 127). Δεν θα μπορούσε να γίνει πιο περιεκτική αναφορά στο συναίσθημα που μεταφέρει το τραγούδι του Hank Williams “You win again”, ένας συγκλονιστικός θρήνος για την απώλεια της υπερηφάνειας στον έρωτα.

Η μίμηση είναι αρχή της μαθήσεως για τον Ντίλαν – το λέει με διάφορους τρόπους. «Το δίσκο Luke the drifter” σχεδόν τον έλιωσα. Σ’ αυτό το δίσκο τραγουδάει και απαγγέλλει θρησκευτικές ιστορίες που μοιάζουν με τους Μακαρισμούς. Όταν ακούω τον Hank να τραγουδά, κάθε κίνηση σταματάει. Και ο παραμικρός ψίθυρος μοιάζει ιεροσυλία» (σελ. 128). Και να την πάλι η κλασική για τον Ντίλαν «αξονική τομογραφία» των σπουδαίων τραγουδιών: «Με τον καιρό, συνειδητοποίησα ότι τα τραγούδια του Hank ήταν το πρότυπο των κανόνων της ποιητικής σύνθεσης. Οι αρχιτεκτονικές φόρμες είναι σαν μαρμάρινοι κίονες, έχουν λόγο που βρίσκονται εκεί. Ακόμα κι οι στίχοι του… όλες οι συλλαβές διαιρούνται με απόλυτα μαθηματική λογική…» (σελ. 128).

Στη Μινεάπολις είχε την ευκαιρία να προσθέσει αρκετά τραγούδια στο ρεπερτόριό του. «Η Odetta ήταν σπουδαία. Δεν την είχα ξανακούσει ώς τότε. Είχε βαθιά φωνή και έπαιζε κιθάρα χτυπώντας δυνατά τις χορδές, σαν να ήταν κρουστό. Έμαθα σχεδόν όλα τα τραγούδια από το δίσκο επιτόπου και αντέγραψα το στιλ της κιθάρας της» (σελ. 299). Προφανώς αναφέρεται στoν πρώτο δίσκο της Oddetta Gordon, με τίτλο «Odetta sings ballads and blues». Πάντως, ο Ντίλαν πολύ γρήγορα της «επέστρεψε τα δανεικά»: To 1965 η Odetta ηχογράφησε ένα δίσκο με τραγούδια του (“Odetta Sings Bob Dylan”).

Την ίδια εποχή ο Ντίλαν ανακαλύπτει τον Rambling” Jack Elliot. Ένας φανατικός της φολκ, ονόματι Jon Pankake, ακούει τον Ντίλαν να ψελίζει τα τραγούδια του Woody Guthrie και σπεύδει να του ανεβάσει τον πήχυ πολύ ψηλά, μυώντας τον στη μουσική του Elliot. «Το εξώφυλλο του δίσκου του έδειχνε έναν τύπο χαλαρό, άνετο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, έναν καλοφτιαγμένο καουμπόη. Φορούσε καρό πουκάμισο και καουμπόικο καπέλο. Ο τόνος της φωνής του ήταν κοφτός, αποφασιστικός και διαπεραστικός. Τραγουδούσε σέρνοντας τη φωνή του και είχε τόση αυτοπεποίθηση που μ’ έκανε ν’ αρρωστήσω…» (σελ. 316). Να ‘τη πάλι αυτή η ειλικρίνεια και η ζήλια και η ωμή παραδοχή του μιμητισμού, ανάμικτη με χιούμορ και ίσως ένα είδος αυτοσαρκασμού. «…Δεν γινόταν να μην επηρεαστώ από τον τύπο που μόλις είχα ακούσει. Ωστόσο, έπρεπε να τον βγάλω απ΄ το μυαλό μου, να τον ξεχάσω, να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν υπήρχε. Άλλωστε, ο Elliott βρισκόταν αυτοεξόριστος στην Ευρώπη. Οι ΗΠΑ δεν ήταν έτοιμες γι’ αυτόν. Ωραία. Ήλπιζα να μείνει μακριά, κι εγώ συνέχισα να ψάχνω τραγούδια του Guthrie» (σελ. 317).

Ο ευσεβής πόθος του δεν ικανοποιήθηκε. Αν και δεν το αναφέρει στο βιβλίο, θα γνωριστούν πολύ σύντομα στο νοσοκομείο του Νιου Τζέρσι, πάνω από το κρεβάτι του Woody Guthrie, το 1961. «Οι περισσότεροι δεν άντεχαν τη φωνή του γιατί δεν μπορούσε να την ελέγξει. Δεν είχε ακόμα βγάλει ούτε γένεια. Ήταν ευγενικό παιδί, όμως. Έμοιαζε με ποιητή», είπε αργότερα ο Elliot  για τη συνάντησή τους, σύμφωνα με την εφημερίδα San Fransisco Chronicle (15.3.1998). Αργότερα ο Elliot συνεργάστηκε με τον Ντίλαν στην τουρνέ του 1975 “Rolling Thunder Review”, καθώς και στην ταινία του “Renaldo and Clara” (1977).

Μία ακόμη οριακή ανακάλυψη του Ντίλαν προτού ακόμα φτάσει στη Νέα Υόρκη, είναι η Joan Baez. «’Βασίλισσα των τραγουδιστών της φολκ’ ήταν τότε η Joan Baez. Είχε γεννηθεί την ίδια χρονιά με μένα και κάποια στιγμή στο μέλλον οι ζωές μας θα μπλέκονταν σφιχτά…» (σελ.319). Η περιγραφή της τραγουδίστριας υποδηλώνει το τι έμελλε να επακολουθήσει. «Είχε καταπληκτική εμφάνιση – γυαλιστερά μαύρα μαλλιά που της έφταναν ώς κάτω από τη λυγερή της μέση, βαριές βλεφαρίδες, ελαφρώς γυριστές, κάθε άλλο παρά ο τύπος της γλυκερής κουκλίτσας. Και μόνο που την έβλεπα, έπεφτα σε έκσταση…» (σελ. 320).

Φιλοξενούμενος στο Βίλατζ

Ο Μπομπ Ντίλαν φτάνει στη Νέα Υόρκη όχι με ένα φορτηγό τρένο, όπως δήλωσε για τις ανάγκες του πρώτου του δίσκου (αυτό ίσως κάτι μας θυμίζει), αλλά «με ένα τετράθυρο σεντάν, μια Impala του ’57» (σελ. 17). Εκεί θα δεχτεί νέες επιρροές. «Για τον Van Ronk ένιωθα διαφορετικά από οποιονδήποτε άλλον στη σκηνή της φολκ, επειδή αυτός με είχε βάλει στο ‘μαντρί’ και ήμουν ευτυχισμένος που έπαιζα δίπλα του κάθε βράδυ στο Gaslight…» (σελ. 329). «Ο Van Ronk ήταν παθιασμένος και σκληρός, τραγουδούσε σα μισθοφόρος και ακουγόταν σαν να είχε πληρώσει το τίμημα γι’ αυτό. Λάτρευα το στιλ του. Για μένα, η πόλη ήταν αυτός. Ήταν ο βασιλιάς του Γκρίνουιτς Βίλατζ, ο υπέρτατος άρχοντας…» (σελ. 26). Ο Van Ronk θα τον πάρει στο μαγαζί όπου τραγουδούσε, θα τον φιλοξενήσει αρκετά βράδια στον καναπέ του σπιτιού του, θα του κάνει και ορισμένα μαθήματα ιστορικού υλισμού: «’Κοίτα φίλε μου, ακόμα κι αν οι αριστοκράτες βαρόνοι του Νότου είχαν απελευθερώσει τους σκλάβους τους, δεν θα είχαν γλιτώσει. Εμείς οι Βόρειοι θα πηγαίναμε εκεί και θα τους εξολοθρεύαμε ούτως ή άλλως, θα είχαμε εισβάλει για να τους πάρουμε τη γη τους. Αυτό είναι ο ιμπεριαλισμός’. Ο Van Ronk υιοθετούσε τη μαρξιστική οπτική» (σελ. 103).

Το μοναδικό συγκρότημα που θα μπορούσε ο Ντίλαν να αναγνωρίσει ως δασκάλους του ήταν οι New Lost City Ramblers, οι οποίοι είχαν υιοθετήσει το παραδοσιακό σχήμα εγχόρδων των φολκ συγκροτημάτων του ’20 και του ’30. «Αυτό το συγκρότημα το συμπάθησα αμέσως – μου άρεσαν τα πάντα σ’ αυτούς: το ύφος τους, ο τρόπος που τραγουδούσαν, ο ήχος τους. Μου άρεσε η εμφάνισή τους, το ντύσιμό τους, και κυρίως μου άρεσε το όνομά τους. Κόλλησα στους Ramblers για μέρες» (σελ. 300). Είναι φανερό ότι παρά την -μετέπειτα- μεγάλη του συνεργασία με τους Band, ο Ντίλαν νιώθει άβολα με την ομαδική δουλειά ενός γκρουπ, δεν την κατανοεί, δεν μπορεί να την παρακολουθήσει, όπως αποδεικνύει και η κατά κανόνα μοναχική πορεία του στη μουσική σκηνή. Μπορεί να τρέφει τα καλύτερα αισθήματα για το συγκρότημα, αλλά αμέσως επιστρέφει στο γνώριμο γήπεδό του. «Είδα τον Mike να παίζει χωρίς τους Ramblers. Έπαιζε ό,τι όργανο χρειαζόταν το κομμάτι – μπάντζο, βιολί, μαντολίνο, ένα είδος τσίτερ που λέγεται autoharp, κιθάρα, μέχρι και φυσαρμόνικα. O Mike σε έκανε να ανατριχιάζεις… Έπαιζε σε όλα τα επίπεδα, κάθε είδος της παλιάς παραδοσιακής φολκ, και κατείχε άψογα όλα τα μουσικά ιδιώματα -μπλουζ του Δέλτα, ραγκτάιμ τραγούδια από παραστάσεις minstrel και άλλα κατάλληλα για κλακέτες, παραδοσιακούς χορούς, σύγχρονα χορευτικά, ύμνους και γκόσπελ. Έτσι όπως τον έβλεπα από κοντά, ένιωσα να με χτυπάει κεραμίδα… Είχα απορροφηθεί τόσο να τον ακούω, που είχα ξεχάσει ότι υπάρχω. Αυτό για το οποίο εγώ έπρεπε να κάνω δουλειά, ο Mike το είχε ήδη στα γονίδιά του…» (σελ. 96).

Ποια ήταν η πρώτη δισκογραφική δουλειά στην οποία συμμετείχε ο Μπομπ Ντίλαν; «Όσο αλλόκοτο και απίστευτο κι αν φαίνεται, η πρώτη μου επαγγελματική ηχογράφηση ήταν με τον Harry Belafonte – έπαιξα φυσαρμόνικα στο άλμπουμ του Midnight special”… Με τον Belafonte ένιωσα σαν να συμμετείχα σε θρησκευτική τελετή…» (σελ. 95). H ηχογράφηση έγινε το καλοκαίρι (Michael Krogsgaard, Master of the Tracks, 1988)  ή το φθινόπωρο (Clinton Heylin, A Life In Stolen Moments, 1996) του 1961. «O Harry τραγουδούσε τις μπαλάντες καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο στη χώρα, αυτό το ήξεραν οι πάντες… Τραγουδούσε για εραστές και σκλάβους, για κατάδικους στα καταναγκαστικά έργα, για αγίους, αμαρτωλούς και παιδιά. Είχε μάθει πολλά τραγούδια κατευθείαν από τον Leadbelly και τον Woody Guthrie… Είχε ιδανικά και σ’ έκανε να νιώθεις ότι είσαι μέρος της ανθρωπότητας…» (σελ. 93-95).

10.000 χρόνια πολιτισμού

Από το βιβλίο δεν προκύπτει σε ποια φάση της μαθητείας του ανακάλυψε ο Ντίλαν τον Johnny Cash. Περιγράφεται όμως ανάγλυφα το δέος του. «Ο Johnny δεν είχε διαπεραστική φωνή, ωστόσο όταν τραγουδούσε, η φωνή του απέπνεε δέκα χιλιάδες χρόνια πολιτισμού. Θα μπορούσε να είναι άνθρωπος των σπηλαίων. Τραγουδούσε σαν να καθόταν σε απόσταση αναπνοής από τη φωτιά, ή μέσα στο πυκνό χιόνι, ή σ’ ένα στοιχειωμένο δάσος – και στη φωνή του άκουγες την ηρεμία μιας συνειδητής, ολοφάνερης δύναμης – ήταν μια φωνή ορμητική και επικίνδυνη. Οι στίχοι του αποτελούσαν κανόνες δικαίου και είχαν πίσω τους τη δύναμη του Θεού. Όταν άκουσα για πρώτη φορά το I walk the line”, πριν από πολλά χρόνια, ήταν σαν να μου φώναξε μια φωνή: ‘Ε μικρέ, τι κάνεις εκεί πέρα;’» (σελ. 275).

Τα αισθήματα πολύ γρήγορα έγιναν αμοιβαία. Στη δήλωσή του για τον θάνατο του Johnny Cash, το 2003, ο Ντίλαν θύμισε ένα περιστατικό: «Στις αρχές της δεκαετίας του ’60,  oι αρχισυντάκτες του περιοδικού ‘Sing Out!’ είχαν δημοσιεύσει ένα γράμμα στο οποίο με επέπλητταν για την κατεύθυνση που είχε πάρει η μουσική μου. Ο Johnny έστειλε επιστολή στην οποία έλεγε στους αρχισυντάκτες να το βουλώσουν και να με αφήσουν να τραγουδήσω». Συναντήθηκαν πρώτη φορά το 1963, στο κλαμπ Gaslight. Αργότερα συνεργάστηκαν στο άλμπουμ του Dylan “Nashville Skyline”.

Η έσχατη, αν όχι η μεγαλύτερη, ανακάλυψη του Ντίλαν ενώ ετοιμάζεται να κάνει τα πρώτα βήματά του στη δισκογραφία, είναι ο Robert Johnson, παντελώς άγνωστος εκείνη την εποχή. Έναν παλιό δίσκο του της δεκαετίας του ’30, με τίτλο «King of the Delta blues», που επρόκειτο να επανεκδοθεί από την Columbia, χάρισε στον Ντίλαν ο παραγωγός Τζον Χάμοντ τη μέρα που υπέγραψε το πρώτο συμβόλαιό του με την εταιρεία. Τον άκουσε παρέα με τον Dave Van Ronk, αμέσως μόλις επέστρεψε στο σπίτι του όπου εκείνη την εποχή ο Ντίλαν εφιλοξενείτο. «Όταν ο Johnson άρχισε να τραγουδάει, σκέφτηκα ότι ήταν σαν εκείνη τη θεά που πετάχτηκε πάνοπλη από το κεφάλι του Δία. Αμέσως κατάλαβα τη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτόν και σε όποιον άλλον είχα ακούσει…» (σελ. 355).

Και πάλι μπαίνει μπροστά η γνώριμή μας μέθοδος της αποκωδικοποίησης. «Τις επόμενες βδομάδες τον άκουγα συνεχώς, τη μια πλευρά μετά την άλλη, το ένα τραγούδι μετά το άλλο… Αντέγραψα τα λόγια του Johnson σε χαρτί, για να μπορέσω να μελετήσω πιο προσεκτικά τους στίχους και τα μοτίβα, τη δομή των παλιομοδίτικων στροφών και τους ελεύθερους συνειρμούς που χρησιμοποιούσε, τις αστραφτερές αλληγορίες, τις συντριπτικές αλήθειες που έκρυβε στο σκληρό κέλυφος μια παράλογης αφαίρεσης…» (σελ. 358). Θα έλεγε κανείς ότι ο Ντίλαν μιλάει για το δικό του τρόπο γραφής.

Η συνάντηση με τον Robert Johnson θα αποβεί καθοριστική. Δεν το λέμε εμείς, το λέει ο Μπομπ Ντίλαν: «…Αν δεν είχα ακούσει το δίσκο του Robert Johnson την κατάλληλη στιγμή, θα είχα μπλοκάρει εκατοντάδες στίχους μου, δεν θα είχα νιώσει αρκετά την ελευθερία και την άνεση να τους γράψω» (σελ. 361).

Ο Ντίλαν κατονομάζει και τους δασκάλους του στο παίξιμο της κιθάρας. Είδαμε πώς αντέγραψε τον τρόπο της Odetta, που μάλλον αντιμετώπιζε την κιθάρα περισσότερο ως κρουστό παρά ως έγχορδο. Η πρωτογενής όμως μέθοδός του ξεκινούσε από τους δασκάλους των δασκάλων. «Από την αρχή της σταδιοδρομίας μου, συνόδευα πάντοτε το τραγούδι μου με την κιθάρα. Έπαιζα με πένα, στο χαλαρό στιλ των Carter Family, και το παίξιμο ήταν μηχανικό, λίγο πολύ μια ρουτίνα» (σελ. 201).

Να όμως που κατά τη διάρκεια μιας υπαρξιακής του κρίσης, ο Ντίλαν αποφασίζει να δοκιμάσει άλλο τρόπο. «Το καινούριο στιλ δεν το είχα επινοήσει εγώ. Μου το είχε δείξει ο Lonnie Johnson στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Με πήρε παράμερα ένα βράδυ και μου έδειξε ένα στιλ παιξίματος που βασιζόταν στους μονούς αντί στους ζυγούς αριθμούς. Είχα σχηματίσει την εντύπωση ότι μου έδειχνε κάτι μυστικό…» (σελ. 201-202).

Μεγάλη είναι η έκπληξη που προξενούν τα ακούσματα του νεαρού Ντίλαν στη Νέα Υόρκη, όταν έμενε σε σπίτι φίλων με κλασικό αυτί. «Είχε φούγκες του Μπαχ και συμφωνίες του Μπερλιόζ, τον Μεσσία του Χέντελ και την Πωλονέζα σε λα μείζονα του Σοπέν. Μαδριγάλια και θρησκευτικά έργα, κοντσέρτα βιολιού του Νταριούς Μιγιό, συμφωνικά ποιήματα με βιρτουόζους πιανίστες, σερενάτες εγχόρδων που θύμιζαν πόλκες… Μου άρεσαν επίσης οι δίσκοι του Φραντς Λιστ, μου άρεσε το πώς ένα πιάνο μπορεί να ακουστεί σαν ολόκληρη ορχήστρα». Αλλά ώς εκεί. Η ευαρέσκειά του σταματάει μόλις φτάνει στον Μπετόβεν. «Μια φορά έβαλα ν’ ακούσω την Παθητική Σονάτα του Μπετόβεν – δε λέω, μελωδική ήταν, αλλά πάλι είχες την αίσθηση ότι ακούς ρεψίματα και βηξίματα και άλλους τέτοιους ήχους. Ήταν αστείο, σχεδόν σαν καρτούν…» (σελ. 125).

Το ευρωπαϊκό link

Η μεγάλη έκπληξη του βιβλίου, ωστόσο, η πιο μεγάλη ανατροπή απ’ αυτόν τον μετρ της διήγησης, είναι ασφαλώς η εκτεταμένη αναφορά του στα τραγούδια των Μπέρτολντ Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ, τα οποία άκουσε μάλλον συμπτωματικά σε μια οφ Μπρόντγουεϊ παράσταση. «…Ήταν εκκεντρικά, άρρυθμα και απρόβλεπτα – αλλόκοτα οράματα. Οι ήρωές τους ήταν κλέφτες, σκουπιδιάρηδες και αγύρτες που μούγκριζαν και αγκομαχούσαν. Το κάθε τραγούδι έμοιαζε να πηγάζει από μια σκοτεινή παράδοση, ήταν σαν να κουβαλούσε πιστόλι στην τσέπη, κλομπ ή τούβλο, και σε πλησίαζε με δεκανίκια, μπαστούνι και αναπηρική καρέκλα» (σελ. 342-343).

Αν αυτά τα λόγια είναι απρόσμενα για έναν τυπικά αμερικανό καλλιτέχνη, η συνέχειά τους αγγίζει τα όρια της άνευ όρων προσχώρησης: «O Woody δεν είχε γράψει ποτέ τέτοιο τραγούδι» (σελ. 346).

Για μία ακόμη φορά ο Ντίλαν θα μείνει πιστός στη ρουτίνα του. «Αυτό το βαρυσήμαντο τραγούδι (Η ‘Τζένι των πειρατών’) έμοιαζε πολύ με τραγούδι φολκ, αλλά από διαφορετικό βαρέλι, από διαφορετικό υπόγειο. Με έπιασε η διάθεση να βουτήξω μια αρμαθιά κλειδιά και να κατέβω σ’ εκείνο το υπόγειο για να δω τι άλλα κρασιά υπήρχαν εκεί. Πήρα το τραγούδι και το διέλυσα σε κομματάκια – η φόρμα, ο ελεύθερος συνειρμικός στίχος, η δομή του και η αδιαφορία για κάθε γνωστό μελωδικό μουσικό σχήμα, όλ’ αυτά του έδιναν τόσο μεγάλη βαρύτητα, του χάριζαν τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του…» (σελ. 347).

Αν έως σήμερα είχατε την απορία από ποιες πηγές ανάβλυσαν τραγούδια όπως το It’s allright Ma (I’m only bleeding)”, το Mr Tambourine man”, το Lonesome death of Hattie Carroll” ή το Who killed Davey Moore”, κανένα μυστήριο δεν υπάρχει πλέον. «Αν δεν είχα πάει στο Theater de Lys και δεν είχα ακούσει την «Τζένη των πειρατών», μπορεί να μη μου είχε περάσει από το μυαλό να τα γράψω, ενδεχομένως να μην είχα φανταστεί πως μπορεί κανείς να γράψει τέτοια τραγούδια» (σελ. 361).

Αλέξης Καλοφωλιάς – Χριστόφορος Κάσδαγλης

Advertisements

One response to “Δεν είχα δει ποτέ κοκκινολαίμη να θρηνεί, αλλά μπορούσα να τον φανταστώ…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s