Ο Μπομπ Ντίλαν πατάει γκάζι

dylan-impalaΜε αφορμή την απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας να απονείμει το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Αμερικανό τροβαδούρο, ξαναδιαβάζουμε την αυτοβιογραφία του «Bob Dylan: Η ζωή μου», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2005, υπό το πρίσμα της αγάπης του για τα αυτοκίνητα και τον Δρόμο.

 «Η Εθνική 61 -o περίφημος Highway 61 που αναφέρουν όλα τα κάντρι μπλουζ- ξεκινάει από την πατρίδα μου… από το Ντουλούθ, για να είμαι ακριβής. Από μικρός λαχταρούσα να την ακολουθήσω, ένιωθα ότι ήμουν ήδη εκεί και μπορούσα να πάω οπουδήποτε από εκεί, να φτάσω ως κάτω στα βάθη του Δέλτα του Μισισιπή. Ήταν ο ίδιος δρόμος, γεμάτος από τις ίδιες αντιφάσεις, με τις ίδιες ασήμαντες κωμοπόλεις και τους ίδιους πνευματικούς προγόνους. Ο ποταμός Μισισιπής, η βασική αρτηρία των μπλουζ, πηγάζει επίσης από τη δασική περιοχή της πόλης μου. Ήμουν πάντοτε πολύ κοντά σ’ όλα αυτά. Ήταν η δική μου γωνιά στο σύμπαν, τα ένιωθα μέσα στο αίμα μου» (σελ. 303).

Το αυτοκίνητο είναι κομμάτι της προσωπικής μυθολογίας του Μπομπ Ντίλαν από τα παιδικά του χρόνια, όπως άλλωστε είναι επίσης θεμελιώδες κομμάτι ολόκληρης της αμερικανικής μυθολογίας.

«Αν και ζούσαμε στο Χίμπινγκ, ο πατέρας μου μας φόρτωνε κάθε τόσο σε μια παλιά Buick Roadmaster και πηγαίναμε στο Ντουλούθ. Εκεί ζούσαν ακόμη όλοι οι φίλοι του» (σελ. 288).

«Παίζαμε ένα παιχνίδι που το λέγαμε ‘καβάλα στον προφυλακτήρα’, όπου πιανόμασταν από τον πίσω προφυλακτήρα ενός αυτοκινήτου και σερνόμασταν στο χιόνι» (σελ. 292).

«Τις δροσερές καλοκαιριάτικες βραδιές, οι έφηβοι διοργάνωναν αγώνες αυτοκινήτων σε χωματόδρομους, με κανονικά αυτοκίνητα που τα είχαν μετατρέψει σε αγωνιστικά. Τα αυτοκίνητα ήταν κυρίως τρακαρισμένες Ford του ’49 ή του ’50, σαν νεκροφόρες, που τους είχαν βγάλει τα καθίσματα και τους είχαν σφραγίσει τις πίσω πόρτες με οξυγονοκόλληση, έτσι ώστε έμενε μόνο ένα κουφάρι με προστατευτικές μπάρες και πυροσβεστήρες. Τα αμάξια βροντούσαν και μούγκριζαν, τινάζονταν και στριφογύριζαν σε έναν καρόδρομο μισό μίλι, έκαναν τούμπες και εκτροχιάζονταν… έβλεπες τα μονοπάτια γεμάτα διαλυμένα αυτοκίνητα» (σελ. 294).

 

Ο Δρόμος / η ενηλικίωση

Η πρώτη στάση στη μεγάλη φυγή του νεαρού Μπομπ από την ιδιαίτερή του πατρίδα, στο δρόμο προς την αυτογνωσία και τη δημιουργία, δεν ήταν η Νέα Υόρκη αλλά η Μινεάπολις, κάτι σαν μεταβατικό στάδιο και προπαρασκευή.

«Κοίταξα έξω από το παράθυρο του δωματίου μου, στον δεύτερο όροφο του ξενώνα, και μέσα από τις πράσινες φτελιές είδα τη λεωφόρο Γιουνιβέρσιτι και τα αυτοκίνητα που σέρνονταν αργά…» (σελ. 298).

Κι όταν πια αισθάνεται έτοιμος, ξαναπαίρνει τους δρόμους με προορισμό τη μητρόπολη.

Υπήρχε εξαρχής η διαδεδομένη εντύπωση ότι ο Ντίλαν έφτασε στη Νέα Υόρκη με φορτηγό τρένο – που σημαίνει ως λαθρεπιβάτης, με τον τρόπο που ταξίδευαν την εποχή του Μεσοπολέμου οι εποχιακοί εργάτες και άλλοι φτωχοδιάβολοι που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του σπεύδει να διαλύσει τον μύθο. «Δεν είχα φτάσει στην πόλη με φορτηγό τρένο. Είχα διασχίσει τις μεσοδυτικές πολιτείες με ένα τετράθυρο σεντάν, μια Impala του ’57 – ξεκινήσαμε από το Σικάγο σαν σφαίρα και διασχίσαμε σκοτεινές πόλεις, ελικοειδείς δρόμους, καταπράσινους χιονοσκέπαστους αγρούς, τραβώντας συνέχεια μπροστά, προς τα ανατολικά, αφήνοντας πίσω μας μία μία τις πολιτείες Οχάιο, Ιντιάνα, Πενσιλβάνια, ταξιδεύοντας σε εικοσιτετράωρη βάση…» (σελ. 17).

Ο λόγος της παρανόησης δεν ήταν ότι κάπου διάβασε αυτή την ιδέα και του άρεσε, οπότε έσπευσε να την αντιγράψει για να κάνει την παρουσία του στη Νέα Υόρκη πιο περιπετειώδη – αυτό τώρα μπορεί κάτι να θυμίζει στο ελληνικό κοινό. Ο λόγος ήταν ότι όταν υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο στην Columbia, τον έστειλαν σε έναν δημοσιοσχεσίτη να μαζέψει βιογραφικό υλικό για την προβολή του δίσκου του. Οι φορτικές ερωτήσεις του γραφειοκράτη της μουσικής βιομηχανίας ενόχλησαν τον Ντίλαν, οπότε άρχισε να ξεφουρνίζει ό,τι του κατέβαινε στο μυαλό. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι έφτασε στη Νέα Υόρκη με εκείνη την Impala του ’57, μάλλον με οτοστόπ, αν και το σημείο αυτό δεν το ξεκαθαρίζει απολύτως στην αυτοβιογραφία του. Περιορίζεται να αναφέρει ότι «στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής λαγοκοιμόμουν στο πίσω κάθισμα ή μιλούσα για ασήμαντα θέματα. Το μυαλό μου ήταν προσηλωμένο στους κρυφούς μου στόχους… ώσπου τελικά περάσαμε τη γέφυρα Τζορτζ Ουάσινγκτον. Το μεγάλο αυτοκίνητο σταμάτησε στην άλλη άκρη τη γέφυρας για να κατέβω» (σελ. 18).

 

Αυτοκίνητα πάντα και παντού

Νάτος λοιπόν ο Ντίλαν στη Νέα Υόρκη, να προσπαθεί να εφαρμόσει «τους κρυφούς του στόχους». Για μεγάλο διάστημα δεν διαθέτει δικό του μέρος, αλλά φιλοξενείται στο σπίτι του ενός και του άλλου. Συχνά μένει στο σπίτι ενός συμπαθητικού ζευγαριού κάπου στο Νιου Τζέρσι. Πού και πού κοιτάζει έξω από το παράθυρο του καθιστικού όπου κοιμάται: «Στο δρόμο απέναντι, ένας τύπος με δερμάτινο σακάκι μάζευε το παγωμένο χιόνι από το παρμπρίζ μιας χιονισμένης μαύρης Mercury Montclair» (σελ. 47).

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ Ντίλαν μετέχει της αμερικανικής μυθολογίας, κομμάτι της οποίας είναι και το δέος για τα αυτοκίνητα, την ίδια ώρα την αμφισβητεί. Να, ξαφνικά, καθώς φιλοξενείται σ’ ένα άλλο σπίτι, μιλάει για την προσωπική του κουλτούρα στην επαρχία και για το πολιτισμικό σοκ που υπέστη ζώντας μαζί με διανοούμενους στη Νέα Υόρκη: «Άναψα τα φώτα. Η παρουσία της λογοτεχνίας στο δωμάτιο σε κυρίευε και σε υποχρέωνε να ξεπεράσεις την άγνοιά σου. Μέχρι τότε, είχα μεγαλώσει σ’ ένα πολιτισμικό πλαίσιο που με είχε αφήσει σε βαθιά μεσάνυχτα. Ο Μάρλον Μπράντο. Ο Τζέιμς Ντιν. Ο κωμικός Μίλτον Μπερλ. Η Μέριλιν Μονρόε. Η Λουσίλ Μπολ. Ο Ερλ Γουόρεν και ο Χρουστσόφ, ο Κάστρο. Το περιστατικό στο Λιτλ Ροκ και το σίριαλ Πέιτον Πλέις. Ο Τενεσί Γουίλιαμς και ο Τζο Ντιμάτζιο. Ο διευθυντής του FBI Τζέι Έντγκαρ Χούβερ και οι ηλεκτρικές συσκευές Ουεστινγκχάουζ. Η οικογένεια Νέλσον. Το Χόλιντεϊ Ιν και οι πουσαρισμένες Chevrolet…» (σελ. 52).

 

Παρόλα αυτά, ο Ντίλαν ξέρει πολύ καλά τι θέλει. Δεν τον ενδιαφέρει να βγάλει 45άρια δισκάκια, δεν τον αφορούν τα ελαφρά σουξέ των ραδιοφωνικών εκπομπών. «Τα τραγούδια για διεφθαρμένους λαθρεμπόρους ουίσκι, για μανάδες που πνίγουν τα ίδια τους τα παιδιά, για Cadillac που καίνε το γαλόνι στα πέντε μίλια, για πλημμύρες, για εμπρησμούς στα γραφεία των συνδικάτων, για το ζοφερό σκοτάδι και τα πτώματα στο βυθό ποταμών, δεν έκαναν για τους φίλους του ραδιοφώνου» (σελ. 51).

 

Γλυπτό από ανταλλακτικά

Πάντως, τα αυτοκίνητα αποτελούν γι’ αυτόν συνεχή σημεία αναφοράς, ακόμα και στα μουσικά του ακούσματα.

«Όταν ήθελα να ξυπνήσω για τα καλά, έβαζα το Swing low sweet Cadillac ή το ‘Umbrella man’ του Dizzy Gillespi (σελ. 125-126).

«Κάθισα στο τιμόνι του μεγάλου, τετράθυρου αυτοκινήτου μας, ενός Ford στέισον βάγκον, και ξεκίνησα πάλι να διασχίσω την εξοχή της Νέας Αγγλίας» (σελ. 166).

«Βγήκαμε στην Εθνική 80 με μια Buick Electra του ’69» (μαζί με τον David Crosby των Crosby, Stills, Nash and Young, πηγαίνοντας στο Πρίνστον – σελ. 172).

«Ο Johnston μάς πήγε μια βόλτα στο Νάσβιλ με το κόκκινο καμπριολέ Eldorado του και μας έδειξε τα αξιοθέατα» (σελ. 175).

«Ο βαρύς επιχρωμιωμένος προφυλακτήρας της παλιάς σαραβαλιασμένης μου Buick έλαμπε στο φεγγαρόφωτο. Είχα χρόνια να οδηγήσω αυτό το αμάξι, σκεφτόμουν να το διαλύσω και να φτιάξω κανένα γλυπτό με τα ανταλλακτικά του…»  (σελ. 220). Εδώ γίνεται φανερή η ποιητική του φλέβα, που τον οδήγησε μέχρι το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

«Απέξω ήταν παρκαρισμένο ένα ανοιχτό φορτηγάκι γεμάτο λαχανικά και μέσα στο ψηλό χορτάρι διακρινόταν μια σκουριασμένη Oldsmobile Golden Rocket, μοντέλο του ’50, η οποία είχε κούτσουρα στη θέση των τροχών» (σελ. 258).

Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά του σε ένα τραγούδι του Ρόμπερτ Τζόνσον, ενός εμβληματικού μπλουζίστα που επηρέασε ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον την καλλιτεχνική του πορεία αν και είχε πεθάνει πολύ πριν από τη γέννηση του Ντίλαν, το 1938, σε ηλικία 27 μόλις χρονών. «O Robert Johnson έχει γράψει ένα τραγούδι για ένα Terraplane, ένα διαλυμένο αυτοκίνητο, το σπουδαιότερο ίσως τραγούδι που γράφτηκε ποτέ για αυτοκίνητο. Αν δεν είχες δει ποτέ Terraplane και άκουγες το τραγούδι, θα νόμιζες ότι πρόκειται για κανένα καλοσχεδιασμένο αεροδυναμικό αυτοκίνητο» (σελ. 358).

Πρόκειται για το τραγούδι Terraplane Blues, το οποίο ο Robert Johnson ηχογράφησε το 1936. Αργότερα το τραγούδησε ο Eric Clapton στο άλμπουμ του «Me and Mr Johnson», καθώς και πολλοί άλλοι, όπως οι Led Zeppelin, ο Roy Rogers και ο John Lee Hooker.

Πάντως, έχοντας πλέον όλη την εικόνα, δεν είναι δυνατόν να αγνοήσει κανείς το γεγονός ότι απ’ όλα τα αυτοκίνητα που ανακαλεί στη μνήμη του ο Ντίλαν δεν υπάρχει ούτε ένα που να μην είναι καθαρόαιμο αμερικάνικο. Ούτε ευρωπαϊκό, ούτε γιαπωνέζικο. Μιλάμε για βαθιά Αμερική.

 

Μυστήριο με το Νόμπελ

Η αλήθεια είναι ότι την ώρα που έκλεινε η ύλη του ΑΝΤΙΛΟΓΟΥ, δεν είχε γίνει γνωστό αν ο Ντίλαν τελικά θα αποδεχόταν το βραβείο ή θα του γύριζε την πλάτη, όπως κάνει μερικές φορές ακόμα και με το ίδιο του το κοινό. Σκέφτομαι πως είναι ικανός να ξαναπάρει τον Highway 61 και να εξαφανιστεί κάπου στην αμερικανική ενδοχώρα. Ή, πάλι, με κάποιο μεταφυσικό τρόπο να μεταβεί οδικώς με ένα παλιό αμερικάνικο αυτοκίνητο στη Στοκχόλμη για να το παραλάβει.

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό 4ΤΡΟΧΟΙ, τεύχος Νοεμβρίου 2016

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s