Ποιοι στραγγαλίζουν τον ΔΟΛ

vima-2Επιμελής ανάγνωση, σκανάρισμα και σχολιασμός του αυριανού κύριου άρθρου της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής.

 

Για προφανείς λόγους θα πάω απόψε στην Ομόνοια να αγοράσω το ΒΗΜΑ. Εύχομαι από την καρδιά μου -στον ελάχιστο χρόνο που απομένει- να βρεθεί τρόπος να συνεχίσουν να βγαίνουν οι ιστορικές εφημερίδες του ΔΟΛ, κι ας μην αποκτήσει το φύλλο που θα αγοράσω συλλεκτική αξία.

Ήδη όμως έσπευσα να διαβάσω και να μελετήσω με προσοχή το κύριο άρθρο της εφημερίδας, στο οποίο προαναγγέλλει το κλείσιμο των ΜΜΕ του οργανισμού. Αντιλαμβάνομαι φυσικά το συναισθηματικό φορτίο που συνοδεύει τη σύνταξη αυτού του κειμένου. Κι αν παρά ταύτα σπεύδω να το κριτικάρω, είναι με την ελπίδα ότι ίσως και να υπάρχουν ακόμα κάποιες πιθανότητες να αναιρεθούν οι λόγοι για τους οποίους γράφτηκε. Και κάτι παραπάνω απ’ αυτό: Λέω πως αν την ύστατη ώρα μπορεί (και θα ‘πρεπε) να γίνει κάθε τι το δυνατόν προκειμένου να διασωθεί ο ΔΟΛ (τουλάχιστον για χάρη του πλουραλισμού και των θέσεων εργασίας), αυτό θα ‘πρεπε να γίνει επί τη βάσει αρχών, και όχι υπό το κράτος απειλών ή του αιτήματος για μία ακόμα πελατειακή εξυπηρέτηση.

Ιδού, λοιπόν, η δική μου ανάγνωση του άρθρου:

 

ΠΟΙΟΙ ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΤΥΠΟ

«’Το Βήµα’ και ‘Τα Νέα’ αναγκάζονται να αναστείλουν εντός των ηµερών την έκδοσή τους για οικονοµικούς λόγους.

Αυτή είναι η βασική αλήθεια: για οικονομικούς λόγους.

Και αυτό γιατί οι πιστώτριες τράπεζες αποφάσισαν να δεσµεύσουν – και δέσµευσαν – προς όφελός τους, έναντι των δανείων που έχουν χορηγήσει, κάθε έσοδο του Οργανισµού, είτε αυτό προέρχεται από την πώληση των εφηµερίδων είτε από την καταχώριση εµπορικών διαφηµίσεων.

Θεωρητικά η διατύπωση είναι σωστή. Κρύβεται ωστόσο ένα τρυκ από πίσω. Τα ίδια θα έλεγε το άρθρο αν ο ΔΟΛ ήταν ενήμερος και οι τράπεζες είχαν σπεύσει κακοπροαίρετα να καταγγείλουν τις δανειακές του συμβάσεις. Τα πράγματα ωστόσο δεν έγιναν έτσι. Τα δάνεια δεν είναι ενήμερα και η διοίκηση του ΔΟΛ έχει αθετήσει πολλές φορές τις δεσμεύσεις της απέναντι στις τράπεζες, ενώ είναι εκτεθειμένη και ως προς τις υποχρεώσεις της προς τρίτους, και πρώτα απ’ όλα προς τους εργαζόμενους σ’ αυτόν.

Ουσιαστικά ο Οργανισµός στερείται κάθε διαθέσιµου πόρου µε αποτέλεσµα να µη δύναται να υποστηρίξει την εκτύπωση των εφηµερίδων του, ούτε βεβαίως να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία των άλλων µέσων που διαθέτει.

Ισχύει.

Κατά τα φαινόµενα οι πιστώτριες τράπεζες, Alpha Bank, Εθνική Τράπεζα, Πειραιώς και Eurobank, αποφάσισαν την ένταξη του Οργανισµού σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης µη λαµβάνοντας καµία πρόνοια για τη συνέχιση των εκδόσεών του. Απέρριψαν ακόµη και το θετικό για αυτές αίτηµα µιας ενδιάµεσης χρηµατοδότησης, η οποία θα διατηρούσε ενεργό το περιουσιακό στοιχείο και την αξία του, τρέχουσα και άυλη, αλώβητη.

Αν και δεν υπάρχει επαρκής πληροφόρηση, η διατύπωση φαίνεται να είναι ακριβής. Υπάρχει ωστόσο ένα κρίσιμο ερώτημα: Η ιδιοκτησία του ΔΟΛ έχει να επιδείξει από τη δική της πλευρά οποιαδήποτε «πρόνοια για τη συνέχιση των εκδόσεών του», ώστε να μέμφεται τρίτους που δεν το έχουν κάνει;

Εναντι, λοιπόν, της ένταξης στο καθεστώς ειδικής διαχείρισης, η οποία αναµένεται να λάβει χώρα τις επόµενες ηµέρες, αφαίρεσαν κάθε δυνατότητα συναλλαγής από τον ΔΟΛ.
Το δυστύχηµα είναι ότι οι τράπεζες αδιαφόρησαν για την τύχη των 500 και πλέον εργαζοµένων, οι οποίοι απλήρωτοι επί µήνες έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους προκειµένου να διασώσουν τις εκδόσεις και τα άλλα Μέσα του Οργανισµού.

Η ένσταση δεν αφορά την ακρίβεια της διατύπωσης. Αφορά το γεγονός ότι για μία ακόμη φορά, όπως είθισται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο ιδιοκτήτης χρησιμοποιεί τους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις του ως ασπίδα για να προστατευτεί από τους πιστωτές του.

Οι διοικούντες τις τέσσερις τράπεζες, χωρίς καµία αίσθηση ιστορικότητας και δηµοκρατικής ευθύνης, αγνοούν επίσης ότι µε τις σαράφικες επιλογές τους στραγγαλίζουν τις καταξιωµένες στη συνείδηση του ελληνικού λαού φωνές της ευρύτερης δηµοκρατικής παράταξης και επιχειρούν να σβήσουν από τον εκδοτικό χάρτη τις σοβαρότερες εκφράσεις ορθολογισµού και εθνικού συµφέροντος.

Δεν θα ‘πρεπε να περιμένετε, κύριοι του ΔΟΛ, καμία αίσθηση ιστορικότητας, πολλώ δε μάλλον δημοκρατικής ευθύνης, από τους τραπεζίτες. Δεν είναι αυτή η αποστολή τους. Σαράφικες επιλογές ναι, αίσθηση ιστορικότητας και δημοκρατικής ευθύνης όχι.

Δεν αντιλαµβάνονται ότι µαζί µε «Το Βήµα» και «Τα Νέα» θα υποβαθµιστούν αξίες του αστικού µεταπολεµικού συστήµατος και θα καταρρεύσουν βασικές εστίες των Γραµµάτων, της Τέχνης και του Πολιτισµού.

Παρά τις επιμέρους ενστάσεις που θα μπορούσαν να διατυπωθούν από διάφορες πλευρές, προσωπικά θα προσυπέγραφα την παραπάνω διατύπωση σχεδόν ανεπιφύλακτα, ιδίως προσεγγίζοντας το θέμα με όρους πλουραλισμού.

Και µαζί τους βεβαίως η κυβέρνηση και η αξιωµατική αντιπολίτευση που υποκριτικά εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για τη διάσωση των εφηµερίδων αλλά επί της ουσίας αδιαφορούν και δεν συναινούν για την καταθεση µιας τροπολογίας που θα µπορούσε να λύσει προσωρινά το χρηµατοδοτικό πρόβληµα. 

Σ’ αυτό το διπλό μέτωπο προς κυβέρνηση και αντιπολίτευση διακρίνω μια στροφή. Σαν να εγκαταλείπεται το υστερικά αντικυβερνητικό εκδοτικό δόγμα των τελευταίων ετών, που έβγαλε τον ΔΟΛ από την κοίτη της (με την καλή έννοια) παράδοσής του. Όσον αφορά τώρα τη λύση του προβλήματος με μία τροπολογία, κατ’ αρχήν δεν ορίζεται το ακριβές περιεχόμενο της ώστε να μπορεί να κριθεί. Θα έλεγα ωστόσο ότι η ίδια η αντίληψη ότι τέτοια θέματα μπορούν να λυθούν με μία τροπολογία επαναφέρουν -αντιθέτως- τον ΔΟΛ στην κοίτη της (με την κακή έννοια) παράδοσής του. Διότι η παράδοση του ΔΟΛ επιδέχεται, καλώς ή κακώς, πολλαπλές αναγνώσεις.

Αλλά, το επαναλαμβάνω, αν πρόκειται να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημα του ΔΟΛ, έστω και την ύστατη στιγμή, αυτό πρέπει να γίνει βάσει αρχών και όχι ειδικών φωτογραφικών ρυθμίσεων. Όχι μόνο γιατί στην ουρά περιμένουν και άλλοι εκδοτικοί όμιλοι, αλλά και γιατί αν πρόκειται σ’ αυτή τη συγκυρία να δοθούν λύσεις, αυτές θα έπρεπε να φέρουν το πρόσημο μιας νέας αξιοπιστίας, μοναδική προϋπόθεση ώστε να φανούν ανθεκτικές μέσα στο άγριο σημερινό κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον.

Στην πραγµατικότητα οι δύο εφηµερίδες, που εκδίδονται από τη δεκαετία του ’20, φιµώνονται! Η διοίκηση του ΔΟΛ επιφυλάσσεται να αναπτύξει δηµοσίως τα επιχειρήµατά της σχετικά µε τη δίωξη του Οργανισµού.

Από όλα τα παραπάνω δεν προέκυψε ότι οι δύο εφημερίδες φιμώνονται. Αντιθέτως, η επιφύλαξη που διατυπώνει η διοίκηση του ΔΟΛ και η επιμονή της να εμφανίζει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ως δίωξη, μοιάζουν με διατύπωση απειλής. Φυσικά, τα επιχειρήματα που υπόσχεται να παρουσιάσει είναι ευπρόσδεκτα. Αλλά δεν θα ‘πρεπε να επιφυλαχθεί να τα αναπτύξει στο μέλλον, θα περίμενε κανείς να τα παραθέσει στο ίδιο αυτό το φύλλο του Βήματος της Κυριακής, ώστε να υπάρξει η αναγκαία πληροφόρηση των αναγνωστών και της κοινής γνώμης. Αυτός είναι ο ρόλος της εφημερίδας: να ενημερώνει, και όχι να εξαπολύει απειλές προς την κυβέρνηση, την αντιπολίτευση ή τις τράπεζες.

Οι εργαζόµενοι, όλοι όσοι υπηρέτησαν και υπηρετούν τις αξίες της ακηδεµόνευτης δηµοσιογραφίας, συνεχίζουν και θα συνεχίσουν, παρά τις αντιξοότητες, τον αγώνα για τη διάσωση του Οργανισµού, των ιστορικών εφηµερίδων και των άλλων εκδόσεών του.

Μακάρι να τα καταφέρουν. Σ’ αυτή τη δίκαιη επιδίωξη που αφορά τον πλουραλισμό της ενημέρωσης και την προάσπιση θέσεων εργασίας, κάθε υπεύθυνος πολίτης, πολύ δε περισσότερο κάθε άνθρωπος του Τύπου, οφείλουμε να σταθούμε αλληλέγγυοι!

Αυτή είναι η υπόσχεσή µας σε όλους εσάς που µείνατε µαζί µας τόσα χρόνια.»

 

Άφησα για το τέλος τον τίτλο: Ποιοι, λοιπόν, στραγγαλίζουν τον Τύπο; Ευλόγως, το κύριο άρθρο του Βήματος δεν δίνει ρητή απάντηση. Ίσως γιατί στο ερώτημα αυτό εμπλέκονται πολλοί περισσότεροι από όσους το άρθρο θέλει να υπονοήσει. Και προφανώς εμπλέκονται και εκείνοι ή εκείνος που συνέταξε το κείμενο.

Κι εδώ προκύπτει η τελευταία ένσταση, που είναι σχετική με τον συντάκτη του -ανυπόγραφου- κειμένου. Κάτι που στη σημερινή οριακή συγκυρία έχει νομίζω τη σημασία του. Είναι μήπως οι εργαζόμενοι στον ΔΟΛ; Παρότι σε μερικά σημεία γίνεται επίκλησή τους, προφανώς όχι. Αν ήταν εκείνοι οι συντάκτες του κειμένου, ασφαλώς θα είχαν και άλλες ευθύνες να καταλογίσουν προς διάφορες κατευθύνσεις, και προπαντός προς την εργοδοσία που τους έχει αφήσει απλήρωτους τόσους μήνες.  Είναι μήπως ο Βασίλης Μουλόπουλος, ο οποίος υποτίθεται ότι έχει αναλάβει τις ευθύνες του οργανισμού; Ούτε αυτό φαίνεται να συμβαίνει, αν κρίνει κανείς με βάση τις διατυπώσεις του κειμένου. Δεν μένει παρά «η διοίκηση του ΔΟΛ», δηλαδή ο Σταύρος Ψυχάρης. Που θα ήταν καλύτερα αν έβαζε την υπογραφή του, και γενικότερα αν αναλάμβανε, λόγω και έργω, το βάρος των ευθυνών του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s