«Σπίτι από γη»: Ένα αυθεντικό λαϊκό μυθιστόρημα

Γκάθρι 3Να πώς παρουσίασα το εξαφανισμένο μυθιστόρημα «Σπίτι από γη» του Γούντι Γκάθρι, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ σε μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά (μουσικός κι εκείνος), σε εκδήλωση που έγινε στις 12 Δεκεμβρίου στο ΙΛΙΟΝ Plus, με οδηγό πέντε χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου.

Τα φαράγγια, οι ξεροπόταμοι, οι αμμουδερές όχθες των ρυακιών, τα χαντάκια και οι ρεματιές που σμίγουν με τον γκρεμό του Καπ Ροκ σχηματίζουν μια νεκρόπολη παλιών ινδιάνικων πολιτισμών: Εκεί πετούν και δοκιμάζουν τα σκληρά φτερά τους κοπάδια από νυχτερίδες, στεγνώνουν κόκαλα και δόντια τεράτων, και κουρνιάζει, φτιάχνει τη φωλιά του και ζευγαρώνει ο καφετής φαλακραετός. Λημέρι για κροταλίες, σαύρες, σκορπιούς, αράχνες, λαγούς, αγριοκούνελα, μυρμήγκια, πιτσιλωτές μαύρες πεταλούδες και φρύνους, αλλά και για τσουχτερούς ανέμους και εποχές.

Κάπως έτσι, από την πρώτη σελίδα, το άγνωστο μέχρι πρότινος μυθιστόρημα του Γούντι Γκάθρι  «Σπίτι από γη» (Εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ), αναδεικνύει την αυτοτελή λογοτεχνική αξία του. Δεν είναι απλώς το χαμένο βιβλίο ενός μεγάλου της φολκ μουσικής, είναι ένα αξιοσημείωτο λαϊκό και βαθιά πολιτικό και οικολογικό μυθιστόρημα.

 Βόρειο Τέξας

Αν κοιτάξεις τον χάρτη των Ηνωμένων Πολιτειών, το Πανχάντλ, όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημα, είναι μια περιοχή με μεγάλες πεδιάδες στο βόρειο Τέξας, η οποία συνορεύει με την Οκλαχόμα. Από την Οκλαχόμα, άλλωστε, είχε μετακινηθεί προς την περιοχή, στα τέλη της δεκαετίας του ‘20, και η οικογένεια του νεαρού Γούντι. Η γεωλογική σύσταση του τόπου καθιστούσε τις πεδιάδες εξαιρετικά ευάλωτες στις καταιγίδες, λόγω έλλειψης φυσικών ανεμοφρακτών.

Αυτό που με συνάρπασε κυρίως στο βιβλίο είναι ότι αποτελεί σπάνιο δείγμα αυθόρμητης λαϊκής λογοτεχνίας, μια γραφή που -αν και εξαιρετικά δουλεμένη- βρίσκεται στον αντίποδα οποιασδήποτε λογοτεχνίας του σαλονιού. Ο αυτοδίδακτος, αλλά φανατικός βιβλιοφάγος, Γούντι Γκάθρι κατορθώνει να γεφυρώσει με παραδειγματικό τρόπο το βίωμα με την τέχνη, τον προφορικό λόγο με τον γραπτό, την πολιτική στράτευση με μια πηγαία λογοτεχνική έκφραση.

Φυσικά προσφέρει και άλλες μεγάλες συγκινήσεις, όπως η περιπέτεια της ανακάλυψής του, εφόσον η συγγραφή του ολοκληρώθηκε γύρω στο 1947 και μετά παράπεσε. Η ύπαρξή του ήταν εντελώς άγνωστη επί 60 χρόνια – απ’ ό,τι φαίνεται δεν τη γνώριζαν ούτε τα ίδια του τα παιδιά.

Τζον Στάινμπεκ και Γούντι Γκάθρι

Οι δύο άνθρωποι που το ανέσυραν, σχεδόν τυχαία, από παλιά αρχεία, ο ιστορικός Ντάγκλας Μπρίνκλι και ο ηθοποιός Τζόνι Ντεπ, ναι, μιλάμε για τον γνωστό σταρ του Χόλιγουντ, παρατηρούν στην εμπεριστατωμένη εισαγωγή που το συνοδεύει ότι το «Σπίτι από γη» έρχεται να συμπληρώσει τα «Σταφύλια της οργής» του Τζον Στάινμπεκ. Και τα δύο μιλούν για την ίδια εποχή, δηλαδή για τις αρχές της δεκαετίας του ’30, για τους αγροτικούς πληθυσμούς που υπέφεραν από την ανέχεια λόγω της ξηρασίας που προκάλεσαν οι μεγάλες καταιγίδες, αλλά και για την εκμετάλλευση που τους ασκούσαν οι ιδιοκτήτες γης και οι τράπεζες, με φόντο τη μεγάλη οικονομική κρίση του ‘29. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ο Στάινμπεκ διεκτραγώδησε τα βάσανα όλων εκείνων που τράπηκαν σε φυγή για να βρουν καλύτερη τύχη στην Καλιφόρνια, ενώ ο Γκάθρι εστίασε σ’ αυτούς που έμειναν πίσω και επέμειναν να επιβιώσουν στον τόπο τους, παρά τις μεγάλες αντιξοότητες που αντιμετώπιζαν.

Συμφωνώντας μ’ αυτή την παρατήρηση, θα ήθελα να προσθέσω άλλη μία χτυπητή διαφορά: Ενώ ο Στάινμπεκ ήταν διανοούμενος, ο Γκάθρι περιγράφει την κατάσταση από τα μέσα. Είναι ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους, μιλάει τη γλώσσα τους και έχει βιώσει στο πετσί του όλο τον τρόπο ζωής τους και όλη την γκάμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Κι ακόμα κατορθώνει να μεταφέρει τόσο το βίωμα όσο και την ίδια τη γλώσσα στον γραπτό λόγο, χρησιμοποιώντας συχνά ιδιωματισμού ή ακόμα και «κακή γραμματική» και ανατινάζοντας έτσι πολλές από τις λογοτεχνικές συμβάσεις της εποχής του. Αυτή είναι άλλωστε και μία από τις ερμηνείες που δίνονται στο γεγονός ότι το βιβλίο δεν βρήκε στον καιρό του το δρόμο ώστε να εκδοθεί.

Θα ήταν λάθος ωστόσο να εκληφθεί το «Σπίτι από γη» ως αυτοβιογραφικό, όπως το γνωστό του έργο «Bound of Glory», που είχε την τύχη να μεταφερθεί στην οθόνη το 1976. Άλλωστε, ο ίδιος ο Γκάθρι, σε αντίθεση με τους ήρωες του βιβλίου, επέλεξε κι εκείνος -όπως οι περισσότεροι- τον περιπετειώδη δρόμο προς την Καλιφόρνια, όπου ξεκίνησε και τη μουσική του καριέρα. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο που επιβεβαιώνει αυτή την εκτίμηση είναι πως στο βιβλίο υπάρχει ελάχιστη αναφορά στη μουσική, μερικές αράδες μόνο, αν και άκρως αποκαλυπτικές, όταν οι πρωταγωνιστές προσπαθούν ν’ ακούσουν πιάσουν ένα σταθμό από το παλιό ταλαιπωρημένο ραδιόφωνό τους:

Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο το ηχείο είχε ησυχάσει, και για λίγα λεπτά άκουγαν τους ήχους μιας ορχήστρας. Ήταν τόσο σιγά που έβαλαν τα δυνατά τους για ν’ ακούσουν, λόγω των ετοιμοθάνατων μπαταριών, αλλά οι νότες της μουσικής ήταν ευδιάκριτες. Ήταν τα χάλκινα πνευστά και τα σαξόφωνα, τα καυτά τρομπόνια μιας ορχήστρας χορού του Σεντ Λιούις που έπαιζε ένα ονειρικό ραγκτάιμ μπλουζ της Λουϊζιάνα. Το σύρσιμο του τρομπονιού και η στριγκλιά της μικρής υγρής τρομπέτας ακούγονταν παιχνιδιάρικα, φλογισμένα, γεμάτα ζωή. Κι ο Τάικ είδε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να λικνίζουν τους γοφούς τους και να τρίβουν τις κοιλιές τους.

 

Θεωρία της υπεραξίας

Το «Σπίτι από γη» έχει σαφή πολιτική θέση – και μάλιστα εξαιρετικά επίκαιρη. Οι δύο ήρωες του βιβλίου, ένα νεαρό ζευγάρι φτωχών αγροτών, γέννημα-θρέμμα της περιοχής, αντιμετωπίζουν εντελώς άλλης τάξης προβλήματα απ’ αυτά που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες αγρότες της δεκαετίας του ’30. Στην ελληνική περίπτωση κυριαρχούσαν η ανέχεια, η άγνοια, οι κλειστές αγροτικές κοινωνίες, η αυτοκατανάλωση, η έλλειψη χρημάτων και η ανταλλακτική οικονομία. Για τους ήρωες του Γούντι Γκάθρι ο καπιταλισμός έχει περάσει σε εντελώς διαφορετική πίστα. Οι αγρότες διαθέτουν αξιόλογη υποδομή, αρκετά ζώα και ποικίλες καλλιέργειες, καθώς επίσης εργαλεία και κάποια μηχανήματα, φαίνεται δε να έχουν πρόσβαση σε αγορές για τη διάθεση των προϊόντων τους. Τα προβλήματά τους, πέρα από τις δύσκολες καιρικές συνθήκες, είναι βασικά δύο: Οι ιδιοκτήτες γης και οι τράπεζες. Οι ήρωες του βιβλίου δεν διαθέτουν δική τους γη, αν και διατυπώνεται υπαινικτικά το γεγονός ότι η γη που νοικιάζουν κάποτε τους ανήκε, και την έχασαν επειδή κάτι πήγε στραβά ή, το πιθανότερο, επειδή εκεί τους οδηγούσαν οι οικονομικές νομοτέλειες. Αυτή η μετάβαση φαντάζει στη μνήμη τους περίπου σαν την έκπτωση του ανθρώπου από τον παράδεισο.

Ιδιοκτήτες γης και τράπεζες, λοιπόν, έχουν το πάνω χέρι και επιβάλλουν συνεχώς τους όρους του παιχνιδιού, φροντίζοντας σταδιακά να τους κάνουν όλο και πιο επαχθείς. Όπως έλεγε και μια ψυχή, με αρκετή δόση γραφικότητας, «επαχθείς, απεχθείς και επονείδιστοι»…

Αν συνυπολογιστεί δε ότι όλ’ αυτά συμβαίνουν αμέσως μετά το οικονομικό κραχ του 1929, τότε βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα άλλο στερεότυπο των τελευταίων χρόνων, ότι «η κρίση αποτελεί ευκαιρία». Για τον Γούντι Γκάθρι ναι, η κρίση αποτελεί όντως ευκαιρία για τις τράπεζες, για τους γαιοκτήμονες και τους κεφαλαιούχους. Σε καμία περίπτωση όμως για κάτι φτωχοδιάβολους όπως οι ήρωές του.

Ο Γούντι Γκάθρι ασχολείται συστηματικά με το πρόβλημα, όχι πάντως με την αντικειμενικότητα ενός εντομολόγου που λεπτολογεί τα χαρακτηριστικά των πειραματόζωών του. Αν και το κάνει με δημιουργικό και λογοτεχνικό τρόπο, χωρίς να κρατάει στα χέρια του ντουντούκα, παίρνει ανεπιφύλακτα το μέρος των αγροτών και περιμένει απ’ αυτούς να αγωνιστούν για να επιβάλουν το δίκιο τους. Δεν είναι πάντως καθόλου αφελής, όπως δείχνει ο παρακάτω διάλογος μεταξύ του ζευγαριού:

-Μου φαίνεται ότι θα μπορούσαμε να μαζευτούμε και να περάσουμε κάποιους νόμους που θα ’διναν σε όλους, σε όλους, αρκετή γη, ώστε να μπορέσουν να χτίσουν ένα σπίτι.

-Αν η κυβέρνηση μοίραζε γη σήμερα, οι τράπεζες θα την είχαν πάρει πίσω σε δυο μήνες, της απάντησε γελώντας.

 

Ήταν ο Γκάθρι κομμουνιστής;

Κι εδώ ακριβώς τίθεται το καίριο ερώτημα: αν ο Γούντι Γκάθρι ήταν κομμουνιστής. Συχνά μάλιστα παρουσιάζεται ως δεδομένο ότι υπήρξε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος.

Πριν αναλύσουμε το ερώτημα, καλό είναι ν’ ακούσουμε πώς διατυπώνει στο βιβλίο, με τον δικό του λαϊκό τρόπο, μια εμπεριστατωμένη θεωρία της υπεραξίας:

Ναι. Εμείς τους βάλαμε να μας κλέψουν. Ένα σεντς τη φορά. Μια πεντάρα τη φορά. Έπειτα μια δεκάρα. Έπειτα είκοσι πέντε σεντς. Έπειτα ένα δολάριο. Ήμασταν χαλαροί, ήμασταν καλοπροαίρετοι. […] Χαμογελούσαμε μπροστά στους πάγκους τους στην αγορά, χάνοντας μια πεντάρα τη φορά. Τους χαμογελούσαμε πίσω από τα κλουβιά τους, χάνοντας μια δεκάρα τη φορά. Τους δώσαμε ένα εικοσιπενταράκι όταν ήρθαν την εξώπορτά μας. Τους δώσαμε χρήματα στο δρόμο. Βάλαμε την υπογραφή μας στα παλιόχαρτά τους. […] Το ξέραμε ότι μας εξαπατούσαν. Το καταλαβαίναμε όταν μας κορόιδευαν για να μας πάρουν και το τελευταίο μας σεντς. Το ξέραμε. Το ξέραμε όταν ανέβασαν τις τιμές τους. Το ξέραμε όταν έριχναν την τιμή της δουλειάς μας. Το ξέραμε ότι μας έκλεβαν. Εμείς τους μάθαμε να μας κλέβουν. Εμείς τους αφήσαμε.

Είναι γεγονός ότι η Νόρα Γκάθρι, η κόρη του, η οποία έχει την ευθύνη του ιδρύματος που διαχειρίζεται το έργο του, απορρίπτει την ιδέα ότι ο πατέρας της ήταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος.

Παρότι το κάνει χωρίς εμπεριστατωμένα επιχειρήματα, υποστηρίζοντας απλώς ότι παραήταν ελεύθερος και ανυπότακτος για να ανήκει σε ένα κόμμα, τείνω να δεχτώ -με διαφορετικό σκεπτικό- την εκδοχή ότι ο Γούντι Γκάθρι δεν ήταν κομμουνιστής. Καταρχάς, ήταν εξαιρετικά εξωστρεφής και ό,τι ήθελε να πει το έλεγε ευθέως – και είχε πολλές ευκαιρίες να το κάνει. Γενικά ο ίδιος ήταν μια καταιγίδα – παρόμοια μ’ αυτές που περιγράφει στο βιβλίο του. Έγραψε χιλιάδες τραγούδια, μέρος των οποίων δεν κυκλοφόρησαν ποτέ. Είχε εκδώσει ενόσω ζούσε δύο ακόμα βιβλία. Ζωγράφιζε πολύ Γκάθρι 4όμορφα και μοντέρνα σκίτσα, μερικά από τα οποία κοσμούν, με τρόπο αρμονικό, την ελληνική έκδοση. Δούλεψε ένα διάστημα ως περιπλανώμενος ρεπόρτερ. Ήταν ακτιβιστής. Αλληλογραφούσε με πολύ κόσμο, έγραφε μπροσούρες και έβγαζε λόγους δεξιά αριστερά. Αν ήταν κομμουνιστής, θα το διακήρυσσε με την ευθύτητα που χαρακτηρίζει όλο το έργο του. Συνεχώς τραγουδάει, μιλάει και γράφει για τα συνδικάτα, για την ειρήνη, για την καταπολέμηση του φασισμού, για κοινωνικά δικαιώματα και για μεγάλα οικολογικά ζητήματα. Περί κομμάτων, πολύ δε περισσότερο περί ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού,  δε λέει -απ’ όσο γνωρίζω- κουβέντα.

Θα τολμούσα λοιπόν να διατυπώσω την εκτίμηση πως ήταν μάλλον ένα είδος αναρχοσυνδικαλιστή, όπως αυτό εκφραζόταν στην ιδιομορφία της αμερικανικής αριστεράς του μεσοπολέμου. Ή, για να το διατυπώσω αλλιώς, ένας ελευθεριακός.

 Σεξουαλική ελευθεριότητα

Αυτό τώρα ταιριάζει και με ένα άλλο χαρακτηριστικό του βιβλίου, που είναι η σεξουαλική ελευθεριότητα – τόσο στις σχέσεις του ζευγαριού όσο και στον τρόπο γραφής. Υπάρχει στη σχέση του ζευγαριού διάχυτη σεξουαλικότητα. Πέρα όμως από τις αληθινά τολμηρές -τουλάχιστον με γνώμονα την εποχή του- σκηνές, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η ισοτιμία ανάμεσα στα δύο φύλα και η ένθερμη υποστήριξη της γυναικείας αυτονομίας.

Υπάρχει μια καταπληκτική σκηνή όπου ο ήρωας προσπαθεί να φλερτάρει, σχεδόν ξεδιάντροπα, ενώπιον της εγγύου γυναίκας του, με μια μαία που έχει έρθει να μείνει για ένα διάστημα στο φτωχοκάλυβό τους προκειμένου να βοηθήσει στη γέννα. Ο συγγραφέας αφήνει έντεχνα ασαφές το αν πρόκειται για ευθύ ερωτικό κάλεσμα ή για ένα θεατρικό παιχνίδι, όπως αυτά που συχνά σκάρωνε το ζευγάρι μεταξύ του. Όμως η νεαρή κοπέλα δεν μασάει τα λόγια της και βάζει τον άντρα στη θέση του, με τέτοιον τρόπο ώστε εκείνος να μην ξέρει πού να κρυφτεί, προς μεγάλο ενθουσιασμό της συζύγου, που την επικροτεί:

Πέρασε την άκρη της γλώσσας μέσα από τα μάγουλά της, άφησε το σώμα της να λικνιστεί πέρα- δώθε, κοίταξε τον Τάικ από πάνω μέχρι κάτω, και είπε: Νομίζεις ότι επειδή είμαι μια νέα κοπέλα, είμαι και αδαής. Νομίζεις ότι επειδή δεν έχω άντρα, είμαι πειραγμένη στα μυαλά. Νομίζεις ότι μου αρέσει η μοναξιά. Νομίζεις ότι μπορείς να οδηγήσεις σε σύγχυση το μυαλό μου, απλώς αναφέροντας τη λέξη γυμνό. Τις δέκα μέρες που είμαι εδώ έχεις πει ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς για να με φέρεις σε δύσκολη θέση. Όμως δεν σε ξεσυνερίζομαι, ούτε θυμώνω. Οι άντρες στα νοσοκομεία μού έχουν ήδη πει όλα όσα μπορείς να μου πεις εσύ, και ούτε μ’ αυτούς θύμωνα. Δεν με νοιάζει αν θέλουν να με γδύσουν και να με ρίξουν στο κρεβάτι δέκα φορές τη μέρα, γιατί ξέρω ότι αυτοί που φταίνε δεν είναι οι άντρες. Και ξέρω κάθε λόγο για τον οποίο μου λες αυτά που μου λες, έτσι, αλλιώς, έτσι ή αλλιώς. Είμαι ένα πολύ νέο και όμορφο κορίτσι και θα ’δινες το δεξί σου χέρι για να κυλιστείς μαζί μου στο άχυρο. Αυτό, θα το εκλάβω ως κομπλιμέντο.

Αλλά για μένα, υπάρχει μια στιγμή όπου το ελευθεριακό πνεύμα του Γούντι Γκάθρι εκφράζεται με ακόμα πιο λαμπερό τρόπο. Καθώς περιγράφει μια παρατεταμένη ερωτική συνεύρεση του ζευγαριού, την ώρα που η γυναίκα φτάνει ταυτοχρόνως με τον άντρα σε ένα ντελίριο οργασμού, διατυπώνει ως εξής αυτό που νιώθει: Ένας παροξυσμός φωτιάς και ελευθερίας.

Φωτιά και ελευθερία, αυτό νομίζω τα λέει όλα. Στοιχηματίζω πως ανάμεσα στα εκατοντάδες ανέκδοτα τραγούδια του Γκάθρι, σίγουρα θα υπάρχει και ένα μ’ αυτό τον τίτλο. Αλλά ακόμα κι αν δεν υπάρχει, μέσα μου είμαι σίγουρος ότι κάπου θα έχει παραπέσει. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που είχε παραπέσει αυτό το διαμαντάκι, το εμβληματικό βιβλίο για το οποίο συζητάμε σήμερα.

Advertisements

One response to “«Σπίτι από γη»: Ένα αυθεντικό λαϊκό μυθιστόρημα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s