Η χαμένη ποιητική συλλογή του εκτελεσθέντος Φώτου Πασχαλινού

Zoras 1-1Η περιπετειώδης ιστορία ενός χειρογράφου που έμεινε κρυμμένο επί 76 χρόνια και τώρα παίρνει επιτέλους  τον δρόμο προς το τυπογραφείο, με τίτλο «Σιωπηλά τραγούδια». Ποίηση και έρωτας διασταυρώθηκαν πρώτα με τη ναζιστική θηριωδία και κατόπιν με την απειλή του χρόνου.

 

Μὲ τὰ ντουφέκια θά ’μασταν τὸν Αὔγουστο στ’ ἁλώνια,
– κ’ ἴσως νὰ παντρευόμαστε καὶ κάποια κοπελιά…

Οι ανέκδοτοι αυτοί στίχοι ανήκουν στον Πυργιώτη ποιητή Θοδωρή Ζώρα. Ένοπλη αντίσταση και έρωτας, όπως ταιριάζει στις σκληρές μέρες της γερμανικής Κατοχής.

Ο Ζώρας είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα το 1938 με την ποιητική συλλογή «Επαρχιακά» και με το ψευδώνυμο Φώτος Πασχαλινός. Ποιήματά του έχουν περιληφθεί στο βιβλίο «Ελάσσονες ποιητές του Μεσοπολέμου», ανθολόγηση Σωτήρης Τριβιζάς, που εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα, το 2015, από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ.

Ο όρος «ελάσσονες ποιητές» δεν έχει αξιολογικό χαρακτήρα, όπως εξηγεί ο επιμελητής της έκδοσης. «Αναφέρεται σε δημιουργούς οι οποίοι  έζησαν την ίδια εποχή με τον Κώστα Καρυωτάκη, τη Μαρία Πολυδούρη, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τον Κώστα Ουράνη και άλλους , αλλά δεν έτυχαν της ίδιας προβολής, αναγνώρισης  και τύχης…».

Και πώς θα μπορούσε άραγε ο Φώτος Πασχαλινός να τύχει, με μία μόνο ποιητική συλλογή, μεγαλύτερης προβολής και αναγνώρισης, εφόσον τον Νοέμβριο του 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς στα τριάντα του χρόνια, μαζί με τον εικοσιτετράχρονο Γιώργο Συριόπουλο, στο σπίτι του τελευταίου στην Αμαλιάδα, και 15 μέρες αργότερα, στις 4 Δεκεμβρίου, απαγχονίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στην Πάτρα; Οι δύο νέοι συμμετείχαν στην εαμική αντίσταση, συνεργαζόμενοι με τον Νίκο Μπελογιάννη, ο οποίος ήταν εξάδελφος του Συριόπουλου. Πέρα από την ένταξή τους στο ΕΑΜ, τους δύο εκτελεσθέντες συνέδεε και άλλος ισχυρός δεσμός – ο Θοδωρής Ζώρας ήταν αρραβωνιασμένος με την αδερφή του Γιώργου, τη 18χρονη Νικούλα.

Στους κύκλους των ασχολούμενων με την ποίηση κυκλοφορούσε τις δεκαετίες που μεσολάβησαν η επίμονη φήμη ότι υπήρχε μια ανέκδοτη συλλογή ποιημάτων του Φώτου Πασχαλινού η οποία είχε χαθεί. Η φήμη είχε προσλάβει κατά κάποιον τρόπο μυθικές διαστάσεις και κάποιοι διατηρούσαν την αισιοδοξία ότι κάποτε η άγνωστη συλλογή θα ερχόταν στην επιφάνεια.

Ωστόσο, όλη αυτή την περίοδο δεν είχε προσκομιστεί η παραμικρή ένδειξη που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη της άγνωστης ποιητικής συλλογής.

Μισόλογα και σιωπές

Το φθινόπωρο του 2018, η Γεωργία Συριοπούλου, ανύποπτη, αποφασίζει να πραγματοποιήσει την οριστική τακτοποίηση (ουσιαστικά εκκαθάριση) ενός παλιού οικογενειακού διαμερίσματος που είχε κληρονομήσει στην Αθήνα, στην πλατεία Βάθης. Η Γεωργία Συριοπούλου είναι ανιψιά του Γιώργου Συριόπουλου, του εαμίτη που συνελήφθη και απαγχονίστηκε μαζί με τον Θοδωρή Ζώρα (ή Φώτο Πασχαλινό). Ο πατέρας της, Κώστας, ήταν δίδυμος αδελφός του Γιώργου. Το σπίτι ανήκε στη θεία της Νικούλα, την αρραβωνιαστικιά του Ζώρα. Η Νικούλα έφυγε από την Αμαλιάδα μαζί με τη μητέρα της μετά τον απαγχονισμό του αρραβωνιαστικού και του αδελφού της. Τίποτα δεν τους κρατούσε πια εκεί, πολύ περισσότερο που το σπίτι τους είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς, οι οποίοι το ανατίναξαν τελικά κατά την αποχώρησή τους από την πόλη. Μάνα και κόρη κατέφυγαν στην Αθήνα, μαζί με τους εναπομείναντες δύο γιους, Κώστα και Θεόδωρο.

Η Νικούλα σπούδασε κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Οδοντιατρική, ενώ τα αδέρφια της βρέθηκαν για δύο χρόνια στη Μακρόνησο. Η ίδια δεν φαίνεται να ενεπλάκη ευθέως με την πολιτική, ωστόσο στη δεκαετία του ’50 παρουσιάστηκε μαζί με τη μάνα της, Γεωργία Συριοπούλου κι εκείνη, ως μάρτυρας υπεράσπισης στις δίκες του Νίκου Μπελογιάννη. Περίπου εκείνη την περίοδο παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην πλατεία Βάθης, στο ίδιο εκείνο διαμέρισμα που κληροδότησε μετά τον θάνατό της, το 2007, στην ανιψιά της.

Έντεκα χρόνια λοιπόν μετά τον θάνατο της θείας της, η ανιψιά πηγαίνει στο σπίτι για να ξεκαθαρίσει διάφορα οικογενειακά κατάλοιπα που είχαν παραμείνει εκεί. Και ξαφνικά, ενώ νομίζει ότι έχει ολοκληρώσει τις εκκρεμότητές της με το παρελθόν, βρίσκεται μπροστά σε ένα παλιό κουτί γεμάτο αντικείμενα, φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Η αλήθεια είναι πως ήξερε πολύ λίγα πράγματα από το παρελθόν της θείας της και του πατέρα της, πολύ περισσότερο του εκτελεσθέντος θείου της. Κάτι μισόλογα μόνο, οι άνθρωποι δεν πολυμιλούσαν για τα παθήματά τους, μπορεί να φοβόντουσαν ή να ήθελαν να ξεχάσουν. Είχε πάντως ακούσει κάτι λίγα για έναν αρραβωνιαστικό της θείας της, ο οποίος ήταν ποιητής και  εκτελέστηκε από τους Γερμανούς. Γινόταν κουβέντα και για μια ποιητική του συλλογή που είχαν στα χέρια τους, αλλά είχε λογικά υποθέσει ότι επρόκειτο για το βιβλίο του που είχε εκδοθεί.

Όλη αυτή την κατάσταση της ασάφειας γύρω από τα πραγματικά περιστατικά την περιέγραψε πολύ περιεκτικά η ίδια σε μια καταχώρησή της στο facebook, όπου διηγείται πώς ανακάλυψε κρυφές πτυχές της οικογενειακής ιστορίας της σε μια εποχή που η προηγούμενη γενιά είχε πλέον εκλείψει:

«Τα χρόνια που ήμουν παιδί ήξερα ότι η οικογένεια μου ήταν κομμουνιστές, ότι είχαν σχέση με το Μπελογιάννη, την ιστορία του θείου του Θόδωρου του ‘Αμερικάνου’, που ζούσε με άλλο όνομα και γύρισε. Αργότερα έμαθα για τον Γιώργη, αργότερα κατάλαβα ότι ήταν δίδυμος με τον πατέρα μου. Σιγά σιγά άρχισα ν’ ακούω και για τον σκοτωμένο αρραβωνιαστικό της θείας μου. Δεν αναφερόταν όμως στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, γιατί ήταν πάντα παρών και ο άντρας της. Ο πατέρας μου μεγαλώνοντας μου το έλεγε όλο και πιο συχνά, σχεδόν σαν να ήθελε να υποσημειώσει ότι ο άντρας της δεν ήταν αυτός που αγάπησε. Αυτό φαινόταν έτσι κι αλλιώς. Πιστεύω πως το έλεγε θέλοντας να με κάνει να καταλάβω κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ. Τώρα πια καταλήγω ότι ήθελε να μνημονεύει ο ίδιος τον Ζώρα – ίσως πίσω απ’ αυτόν να κρυβόταν ο Γιώργης. Για τον Γιώργη μιλούσαν πολύ σπάνια. Είδα φωτογραφία του πολύ μεγάλη. Θυμάμαι ότι ένιωσα έκπληξη, γιατί μέχρι τότε ήταν σαν να μην είχε πρόσωπο, κάτι σαν φάντασμα. Οι φράσεις που έλεγε συχνά ήταν: ‘Η Νικούλα που έχασε τον αρραβωνιαστικό της και δυστύχησε’. Μη έχοντας συσχετίσει τον χαμό του αρραβωνιαστικού με τον χαμό του Γιώργη, δεν καταλάβαινα την επανάληψη. Ίσως ήθελε να καταλάβω κάτι για όλους τους, όχι μόνο για τη Νικούλα. Όλοι μας χάσαμε κάτι και από τότε δυστυχήσαμε. Δεν είπε ποτέ λεπτομέρειες για κείνη τη νύχτα. Ούτε πώς ένιωσε για το Γιώργη. Τίποτα.»

Η μεγάλη ανακάλυψη

Εκεί λοιπόν που σκάλιζε τα χαρτιά και χάζευε παλιές φωτογραφίες που δεν είχε ποτέ ξαναδεί, τη θεία της, τον πατέρα της με τ’ αδέρφια του, νεαροί λεβέντες, ανάμεσά τους και δύο φωτογραφίες του Θεοδωράκη Ζώρα, η Γεωργία Συριοπούλου βρήκε πράγματι μερικά αντίτυπα της ποιητικής συλλογής «Επαρχιακά». Λίγο αργότερα ωστόσο ανακάλυψε και κάτι άλλο που την προβλημάτισε πολύ, μια δεύτερη ποιητική συλλογή δεμένη με μεγάλη επιμέλεια. Στην αρχή τής έδωσε την εντύπωση πως επρόκειτο επίσης για τυπωμένο βιβλίο, όταν όμως την εξέτασε με μεγαλύτερη προσοχή διαπίστωσε με έκπληξη ότι ήταν μια κατασκευή χειροποίητη, τόσο ως προς τη γραφή όσο και ως προς το δέσιμο. Κρατούσε στα χέρια σας τη χαμένη ποιητική συλλογή του Θοδωρή Ζώρα ή Φώτου Πασχαλινού, με τίτλο «Σιωπηλά τραγούδια» και την ένδειξη Αθήνα 194…! Ο τόμος συνοδευόταν από σημείωμα όπου ο Ζώρας έδινε αναλυτικές οδηγίες για τον τρόπο εκτύπωσης του βιβλίου, ακόμα και περιγραφή των ξυλογραφιών που θα το διακοσμούσαν.

Η Νικούλα Συριοπούλου είχε -σιωπηλά κι εκείνη- φυλάξει με αγάπη την χαμένη συλλογή του αρραβωνιαστικού της 64 ολόκληρα χρόνια. Τώρα, ήταν η σειρά της ανιψιάς της:

«Εξήντα χρόνια κράτησε σιωπηλά η θεία μου τα ‘Σιωπηλά τραγούδια’. Αλλά δέκα έμειναν μόνα τους σε ένα άδειο σπίτι. Βρέθηκαν στα χέρια μου. Μου τα έκαψαν για δυο βδομάδες μέχρι να αποφασίσω να τα κρατήσω και να φροντίσω για την τύχη τους.
Προσπάθησα να φανταστώ τον Ζώρα, έναν άνθρωπο που θα ήταν ίσως θείος μου, νέο, μέσα στην κατοχή, με πλήρη επίγνωση κινδύνου προφανώς, και ίσως εξαιτίας της, να καθαρογράφει τα ποιήματά του με αυτόν τον τρομερά επιμελημένο γραφικό χαρακτήρα, να διπλώνει τα δεκαεξασέλιδα και να τα ράβει με κλωστή και βελόνα. Αποφάσισα να εκδώσω τα ‘Σιωπηλά τραγούδια’ κανονικά, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Σαν να μην υπήρξε εκείνη η νύχτα του ‘43 και ο Πασχαλινός έζησε, τα πήγε σε έναν εκδότη, βρήκε ένα ζωγράφο να τους κάνει τις ξυλογραφίες που περιγράφει με τόση ακρίβεια, έδωσε στον τυπογράφο τις σημειώσεις του. Σαν να τυπώθηκαν το 194…».

 

 

ΦΩΤΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΣ

Zoras 2

Θοδωρής Ζώρας, Γιώργος και Κώστας Συριόπουλος

Ο Φώτος Πασχαλινός ( Θεόδωρος Ιωάν. Ζώρας) γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας  το έτος 1913. Στον Πύργο τελείωσε το Γυμνάσιο. Μετά  γράφτηκε στη Νομική Σχολή .Φοίτησε για τρία χρόνια.  Ο πόλεμος του 1940-1941 και οι μεταπολεμικές συνθήκες δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Κατά τη δεκαετία 1930-1940 υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της πνευματικής ζωής που ανθούσε τότε στον Πύργο.

Με την ποίηση ασχολήθηκε  από το Γυμνάσιο. Συνεργάστηκε με διάφορα περιοδικά της εποχής όπως τη «Νέα Εστία», ‘ «Πνευματική Ζωή» , «Νεοελληνικά Γράμματα» « Ηλειακά Χρονικά»  και εφημερίδες όπως τη «Νέα  Ημέρα» Πύργου, «Χαραυγή»  Αμαλιάδος κ.α. Έγραφε επίσης  ηθογραφικά διηγήματα και βιβλιοκρισίες στον τοπικό τύπο και φιλολογικά άρθρα και επιφυλλίδες στον Αθηναϊκό.  

Το 1938 κυκλοφόρησε η πρώτη  ποιητική συλλογή του, με τίτλο  «Επαρχιακά».

 Σημείωση: Τα στοιχεία έχουν αντληθεί από το βιβλίο «Ηλειακή Γραμματολογία» του Τάκη Δόξα, 1963.

 

 ΤΑ ΣΙΩΠΗΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Η συλλογή «Σιωπηλά τραγούδια» περιλαμβάνει 36 ποιήματα γραμμένα κατά το διάστημα 1936-1942 και κατανεμημένα σε 6 σειρές: «Πρωινά χαμόγελα», «Βήματα πάνω στη γη», «Τριλογία», «Ηρωική συμφωνία»,  «Η άλλη όψη» και «Προσδοκίες». Οι τρεις πρώτες γράφτηκαν πριν από τον πόλεμο, ενώ οι άλλες τρεις είναι επηρεασμένες από την ατμόσφαιρα του πολέμου και της Κατοχής. Ο ποιητής σκόπευε να την αφιερώσει στους γονείς του.

 

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό 4 ΤΡΟΧΟΙ, τεύχος Οκτωβρίου 2019

2 responses to “Η χαμένη ποιητική συλλογή του εκτελεσθέντος Φώτου Πασχαλινού

  1. Χριστόφορε γειά σου, πολύ συγκινητική η αποκάλυψη που περιγράφεις! Ήθελα να σημειώσω σχετικά με το: Ο όρος « ελάσσονες ποιητές » δεν έχει αξιολογικό χαρακτήρα, όπως εξηγεί ο επιμελητής της έκδοσης. «Αναφέρεται σε δημιουργούς οι οποίοι έζησαν την ίδια εποχή με τον Κώστα Καρυωτάκη , τη Μαρία Πολυδούρη , τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη , τον Κώστα Ουράνη και άλλους , αλλά δεν έτυχαν της ίδιας προβολής, αναγνώρισης και τύχης…». Πρέπει να σταματήσει να αναφέρεται ο όρος «ελάσσονες»! Κάθε φορά που επαναλαμβάνεται, ο γράφων επαναλαμβάνει ότι δεν εννοούμε τίποτα ασήμαντους – τότε γιατί τον χρησιμοποιούμε? Το 1990 η ΝΕΦΕΛΗ εξέδωσε ανθολογία ποιημάτων που επέλεξε ο Μανόλης Αναγνωστάκης με τίτλο «Η ΧΑΜΗΛΗ ΦΩΝΗ». Εκεί ανθολογούνται ποιήματα όλων των παραπάνω και πολλών άλλων, μεταξύ τους και ο (γίγαντας κατά την γνώμη μου) Γιάννης Σκαρίμπας. Πρόκειται για αριστουργήματα. Καθόλου δεν μου αρέσει να εντάσσονται όλοι αυτοι στην «Β’ Εθνική» της ποίησης! Ποιός το καθιέρωσε άραγε?? Φιλιά! Φώτης

    • Γεια σου αδερφέ μου Φώτη, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο συμφωνούμε. Διευκρινίζω πάντως (χωρίς απολογητική διάθεση) πως χρησιμοποίησα τον όρο αναγκαστικά, καθώς ήταν παραπομπή στο συγκεκριμένο βιβλίο. Φιλιά κι από μένα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s