ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΑΣ 13: Ό,τι καλύτερο διάβασα στην καραντίνα

Μπορεί να μην είναι το βιβλίο που μου έχει αρέσει περισσότερο, σίγουρα όμως είναι ένα από τα πιο σημαντικά.

Σε ένα αγγλικό χωριό που δεν κατονομάζεται, η Μπέκυ Σω, το 13χρονο κορίτσι μιας οικογένειας παραθεριστών, εξαφανίζεται ένα βράδυ, προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, συνταράζοντας την τοπική κοινωνία αλλά και το εθνικό ακροατήριο των τηλεοπτικών ρεπορτάζ.

Στο μυθιστόρημα «Ταμιευτήρας 13» που κυκλοφόρησε το 2017 (ελληνική έκδοση «ΑΓΡΑ», 2020, μετάφραση Αλέξης Κολοφωλιάς), ο Τζον ΜακΓκρέγκορ περιγράφει τις συνέπειες της εξαφάνισης. Το εύρημα της αφήγησης είναι ότι καθώς η αναζήτηση βαλτώνει, η περιγραφή πολύ σύντομα εκτρέπεται σε όλα όσα συμβαίνουν στην περιοχή ενόσω δεν υπάρχουν νεότερα για το κορίτσι. Η τοπική κοινωνία σταδιακά βγαίνει από το πρώτο μούδιασμα και ξαναβρίσκει τους ρυθμούς της, χωρίς πάντως να λησμονεί το περιστατικό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το βιβλίο εξηγεί το πώς η ζωή συνεχίζεται, αλλά πρόκειται για κάτι πολύ πιο μεγάλο απ’ αυτό.

Ο αφηγητής καταγράφει επί μία ολόκληρη δεκαετία τις εποχές που εναλλάσσονται, τις επαναλήψεις – αλλά κυρίως τις ανεπαίσθητες μεταβολές. Επιστρατεύει έναν λόγο λιτό, στα όρια του αστυνομικού ρεπορτάζ. Με σύντομες παραγράφους ή με κοφτές προτάσεις, περιδιαβαίνει τη ζωή του τόπου περνώντας από το ένα πεδίο στο άλλο, από τις μικρές ιστορίες και τις συζητήσεις (ακόμα και τις σκέψεις και τα όνειρα) των κατοίκων μέχρι τα μετεωρολογικά φαινόμενα, από τα πρώτα θέματα του δελτίου ειδήσεων μέχρι τα τεκταινόμενα στο ενοριακό συμβούλιο, από τις οικογενειακές διενέξεις μέχρι τα πρώτα σεξουαλικά σκιρτήματα των εφήβων, οι οποίοι τυχαίνει να έχουν τις δικές τους ενοχές για την εξαφάνιση της κοπέλας. Η αφήγηση αλλάζει συνεχώς οπτικές γωνίες, μπαίνει σε σπίτια και σε τοπικές επιχειρήσεις, ελέγχει όλα τα σημεία ενδιαφέροντος της περιοχής, τους ταμιευτήρες νερού που δεσπόζουν στον χώρο, το γεφύρι του ποταμιού, το γήπεδο του κρίκετ και την έκβαση του ετήσιου τοπικού ντέρμπι, τα κοινοτικά περιβόλια, την εξέλιξη των ετήσιων θρησκευτικών εορτών. Έπειτα επεκτείνεται στο πώς συμπεριφέρονται η πανίδα (τα κοπάδια, τα αποδημητικά πουλιά, τα ζώα του αγρού και του δάσους, οι νυχτερίδες, οι αλεπούδες, οι ασβοί, οι αγριοφασιανοί) και η χλωρίδα (τα σιτηρά, τα μυρώνια, οι τσουκνίδες, τα αγριόχορτα, οι καστανιές και τα ζαρζαβατικά στα κοινοτικά περιβόλια), αλληλεπιδρώντας με τις εποχές και με τους ανθρώπους.

«Στο δάσος με τις οξιές γεννούσαν οι αλεπούδες, μισοθαμμένες στο σκοτάδι και υγρές από τον πόνο, με τα τυφλά αλεπουδάκια να κολλάνε στο κορμί της μητέρας τους για ζεστασιά. Οι αρσενικές αλεπούδες βγήκαν έξω για να φέρουν τροφή. Τα νυχτολούλουδα κιτρίνισαν ψηλά στο δάσος και στο πλάι του δρόμου. Οι ταμιευτήρες είχαν μια ασημόγκριζη λάμψη, με τον άνεμο να γδέρνει το νερό και να στέλνει κύματα στις όχθες του κυματοθραύστη. Το βράδυ ένας δρομέας μόνος του κατηφόρισε αθόρυβα από τον χερσότοπο, σταθερός και λευκός μπροστά στον μισοσκότεινο λόφο. Ο Γκόρντον Τζάκσον γύριζε με το αυτοκίνητο από μια αγορά ζώων και είδε έναν άνθρωπο στο πλάι του δρόμου με το χέρι προτεταμένο να ζητάει βοήθεια. Δεν φορούσε το ανθρακί πανωφόρι, αλλά έμοιαζε με τον πατέρα του αγνοούμενου κοριτσιού. Σταμάτησε και ρώτησε τον άντρα αν ήθελε να τον πάρει με το αυτοκίνητο. Ο άντρας κοίταξε τον Γκόρντον αλλά δεν μίλησε. Στο ενοριακό συμβούλιο καταγράφηκαν περισσότερα αιτήματα εξαίρεσης από ό,τι παρουσίες και προτάθηκε στον Μπράιαν Φλέτσερ να διακόψει τη συνεδρίαση. Όμως έπρεπε να καταλήξουν σε μια απόφαση για τις δημόσιες τουαλέτες, κι έτσι προχώρησαν. Τα βράδια φυσούσαν δυνατοί αέρηδες και τα φώτα του δρόμου τραντάζονταν στην πλατεία…» (σελ. 42-43)

Μια ολιστική ματιά πανταχού παρούσα, που από μικρά επάλληλα περιστατικά παράγει τη μεγάλη εικόνα και τις μετατοπίσεις της, κατορθώνοντας κατά κάποιον τρόπο να αναπαραγάγει τον ρυθμό με τον οποίο εξελίσσεται η ζωή, κυρίως όμως το πώς προσλαμβάνεται αποσπασματικά από τους ανθρώπους, ατομικά και συλλογικά.

Η λιτότητα του λόγου αποδεικνύεται σύντομα απατηλή. Σταδιακά ανακαλύπτεις ότι  πρόκειται φαινομενικά μόνο για την ψυχρή γλώσσα του ρεπορτάζ, καθώς υποκρύπτει βαθιά ενσυναίσθηση, κατανόηση των κινήτρων που καθοδηγούν τις αποφάσεις των ανθρώπων και ανεξικακία απέναντι σε ιδιαιτερότητες, παρεκκλίσεις, μικροεγωισμούς, παραβατικότητα.

Ένα βιβλίο έκπληξη.

Τζον ΜακΓκρέγκορ

Άγγλος συγγραφέας. Γεννήθηκε στις Βερμούδες το 1976,αλλά μεγάλωσε στο Νόρφολκ. Έχει γράψει 4 μυθιστορήματα και 2 συλλογές διηγημάτων, αρκετά από τα οποία έχουν βραβευθεί.

Διδάσκει δημιουργική γραφή στο πανεπιστήμιο του Νότινγκχαμ. Περίεργο, γιατί όπως το αντιλαμβάνομαι, στα κείμενά του ανατινάζει κάθε στερεότυπο της «δημιουργικής γραφής», καλλιεργώντας ένα ανεπανάληπτο προσωπικό στυλ. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s